Βόμβα στα θεμέλια της ευρωζώνης ή απλώς πιστή τήρηση του Συντάγματος η απόφαση των Γερμανών δικαστών;

 
Βόμβα στα θεμέλια της ευρωζώνης ή απλώς πιστή τήρηση του Συντάγματος η απόφαση των Γερμανών δικαστών;

Ενημερώθηκε: 11/05/20 - 10:23

Πανευρωπαϊκές αντιδράσεις προκαλεί η απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, που επικρίνει την αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ. Μία πρώτη αποτίμηση στο μικρόφωνο της DW.

Βόμβα στα θεμέλια της ευρωζώνης ή απλώς πιστή τήρηση του Συντάγματος; Το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας κρίνει «εν μέρει» αντισυνταγματική την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στη δευτερογενή αγορά ομολόγων για την αντιμετώπιση της ευρω-κρίσης. Για πρώτη φορά ένα εθνικό δικαστήριο κρίνει εαυτόν αρμόδιο να ακυρώσει απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το ίδιο ζήτημα. Τυπικά η ετυμηγορία δεν αφορά τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, αλλά το αμιγώς γερμανικό κομμάτι του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, δηλαδή τη συμμετοχή της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας στο πρόγραμμα της ΕΚΤ. Οι δικαστές της Καρλσρούης κρίνουν ότι η γερμανική κυβέρνηση παραβίασε το Σύνταγμα της χώρας, καθώς παρέλειψε να εξετάσει αν η ΕΚΤ τηρούσε, ως όφειλε, την αρχή της αναλογικότητας, όταν το 2015 εγκαινίαζε το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (Public Sector Purchase Programme- PSPP).

Ωστόσο, με την αφορμή αυτή το γερμανικό δικαστήριο αντιπαρέρχεται απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την οποία η αγορά ομολόγων είχε κριθεί σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Μάλιστα οι δικαστές της Καρλσρούης υποστηρίζουν, στην αιτιολόγηση της απόφασής τους, ότι το δικαστήριο του Λουξεμβούργου είχε ενεργήσει «ultra vires», δηλαδή εκτός της νόμιμης εξουσίας και των αρμοδιοτήτων του. Για πρώτη φορά εκδίδεται μία τέτοια απόφαση από εθνικό δικαστήριο στην ΕΕ.

«Μεγαλύτερη διαφάνεια στη λειτουργία της ΕΚΤ»

Καθησυχαστικός εμφανίζεται ωστόσο ο Γερμανός ευρωβουλευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) Μάρκους Φέρμπερ. «Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι η απόφαση αυτή αφορά μόνο το γερμανικό κομμάτι του προγράμματος αγοράς ομολόγων, δηλαδή το αν η Μπούντεσμπανκ μπορεί να επωμιστεί υποχρεώσεις, για τις οποίες εν τέλει φέρουν ευθύνη οι Γερμανοί φορολογούμενοι», δηλώνει ο Γερμανός πολιτικός στην Deutsche Welle. «Ασφαλώς ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να αναλάβει ρόλο επόπτη απέναντι στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αυτό θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητές του» λέει ο Γερμανός πολιτικός, για να προσθέσει ότι «το Δικαστήριο της Καρλσρούης δεν ζητεί κάτι διαφορετικό από αυτό που απαιτεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δηλαδή μεγαλύτερη διαφάνεια στη λειτουργία της ΕΚΤ. Δεν αμφισβητείται η αυτονομία της Τράπεζας, αλλά προβάλλεται με συνέπεια ένα αίτημα που έχει θέσει προ πολλού το Ευρωκοινοβούλιο».

Σύγκρουση με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Διαφορετική εκτίμηση εκφράζει ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), που οδήγησε στην καθιέρωση του ευρώ. «Το δικαστήριο της Καρλσρούης κατά κάποιον τρόπο συγκρούεται με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με έωλα, κατά την άποψή μου, νομικά επιχειρήματα», λέει ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης στην Deutsche Welle. Μάλιστα ο ίδιος κάνει λόγο για «συνταγματική θρασύτητα» από την πλευρά του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, η οποία «δυναμιτίζει τα νομικά θεμέλια της ΕΕ». Και αυτό γιατί, όπως τονίζει, «το δίκαιο της ΕΕ και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έχουν υπεροχή. Ουαί και αλίμονο αν κάθε εθνικό δικαστήριο αμφισβητούσε την υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου. Θα είχε καταλυθεί πλήρως η ευρωπαϊκή έννομη τάξη». Η απόφαση του γερμανικού Δικαστηρίου αφορά αγορές ομολόγων συνολικού ύψους 2,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ από τον Μάρτιο του 2015 μέχρι τα τέλη του 2018. Διακηρυγμένος στόχος της ΕΚΤ ήταν η σταθερότητα των τιμών και η αποφυγή αποπληθωρισμού στην ευρωζώνη, ωστόσο οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση στην αγορά ομολόγων ήταν πάνω απ΄όλα μία αντισυμβατική όσο και αποτελεσματική μέθοδος για παροχή ρευστότητας στα δύσκολα χρόνια της ευρω-κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης θεωρεί ότι η απόφαση της Καρλσρούης δεν περιορίζεται στη γερμανική πτυχή του ευρωπαϊκού προγράμματος αγοράς ομολόγων, καθώς, όπως επισημαίνει, «αμφισβητεί ευθέως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όταν λέει ότι ήταν ultra vires η απόφαση του 2018». Μάλιστα ο Έλληνας πολιτικός επιστήμων και οικονομολόγος θεωρεί ότι η απόφαση της Καρλσρούης «αμφισβητεί και την ανεξαρτησία της ΕΚΤ, όταν την καλεί να παράσχει τεκμηρίωση εντός τριών μηνών. Δεν υπόκειται στο εθνικό δίκαιο η ΕΚΤ, αλλά στο ευρωπαϊκό δίκαιο, άρα έχει υποχρέωση να σεβαστεί τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου». Μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει σαφές εάν και με ποιον τρόπο θα αντιδράσει η ΕΚΤ. Σύμφωνα με γερμανικά μέσα ενημέρωσης, η Τράπεζα της Φρανκφούρτης θα επιδιώξει μία «διπλωματική λύση» που θα σέβεται την ανεξαρτησία της, χωρίς όμως να αγνοεί και τις ενστάσεις της Καρλσρούης. Πάντως η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας την Πέμπτη σε εκδήλωση- μέσω διαδικτύου- του αμερικανικού δικτύου Bloomberg, ξεκαθάρισε ότι θα κάνει «ό,τι χρειάζεται» για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες του κορωνοϊού. Πρόκειται για διατύπωση παρόμοια με εκείνη που είχε επιλέξει προ ετών ο Μάριο Ντράγκι, λέγοντας ότι η ΕΚΤ θα πράξει «ό,τι είναι απαραίτητο» (whatever it takes) για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης.

«Κακό παράδειγμα» για τους Ανατολικούς;

Επί του πρακτέου οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η απόφαση της Καρλσρούης δεν θα αλλάξει, μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον, την πρακτική της ΕΚΤ. Αλλά το ζήτημα είναι κυρίως πολιτικό, επισημαίνει ο ευρωβουλευτής του ΚΙΝΑΛ Νίκος Ανδρουλάκης. Και αυτό γιατί, όπως επισημαίνει στη Deutsche Welle, «θα αρχίσουν οι Ανατολικοί να κρύβονται πίσω από τα δικά τους δικαστήρια. Βγήκαν ήδη κάποιοι Πολωνοί και χαιρετίζουν την απόφαση, λέγοντας ότι υπεύθυνα για την ερμηνεία του δικαίου είναι τα κράτη-μέλη και όχι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Κυβερνήσεις που λειτουργούν εναντίον των συνθηκών θα αναζητούν νομιμοποιητική βάση στα δικά τους δικαστήρια...».

Πηγή: Deutsche Welle