Οι λαϊκές κινητοποιήσεις κατά της κυβέρνησης συνεχίζονται σε πολλές πόλεις του Ιράν, καθώς η οικονομική κρίση βαθαίνει και η κοινωνική δυσαρέσκεια εντείνεται. Η ιρανική ηγεσία απαντά με σκληρή ρητορική, προειδοποιώντας ότι όσοι συμμετέχουν στις διαδηλώσεις λειτουργούν ως «όργανα ξένων δυνάμεων» και απειλώντας με αυστηρές κυρώσεις όσους θεωρούνται ότι συνεργάζονται με «εχθρούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ».
Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου στην Τεχεράνη, όταν έμποροι στην κεντρική αγορά διαμαρτυρήθηκαν για την κατάρρευση του εθνικού νομίσματος. Σύντομα, οι διαδηλώσεις εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, τροφοδοτούμενες από τον υψηλό πληθωρισμό, την οικονομική ασφυξία και τους περιορισμούς στις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες.
Ο ανώτατος δικαστής της χώρας, Γκολάμχοσεΐν Μοσένι Ετζέι, δήλωσε μέσω κρατικών μέσων ότι δεν θα υπάρξει «καμία ανοχή» απέναντι σε όσους, όπως είπε, βοηθούν τον εχθρό να πλήξει την Ισλαμική Δημοκρατία, κατηγορώντας ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ για προσπάθειες αποσταθεροποίησης.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι οι κινητοποιήσεις υποκινούνται από το εξωτερικό, κάνοντας λόγο για οργανωμένες ενέργειες που συντονίζονται με «εχθρικές δυνάμεις». Παρότι δεν υπάρχει επίσημος απολογισμός θυμάτων, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτιμούν ότι οι νεκροί κυμαίνονται μεταξύ 27 και 36, ενώ χιλιάδες διαδηλωτές έχουν συλληφθεί σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Στο εσωτερικό του Ιράν, αυξάνεται η ανησυχία μετά την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, στενού συμμάχου της Τεχεράνης. Τα κρατικά μέσα και Ιρανοί αξιωματούχοι καταδίκασαν έντονα την επιχείρηση, ωστόσο στους δρόμους και ακόμη και σε θεσμικούς κύκλους εκφράζονται φόβοι για το ενδεχόμενο παρόμοιας δράσης και κατά της ιρανικής ηγεσίας, ακόμη και σε βάρος του ανώτατου πνευματικού ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ κατηγορούν τη Χεζμπολάχ, οργάνωση που υποστηρίζεται από το Ιράν, ότι χρηματοδοτεί τις δραστηριότητές της μέσω κυκλωμάτων λαθρεμπορίου ναρκωτικών, κατηγορίες που η ίδια αρνείται. Σε αυτό το κλίμα, Ιρανοί αναλυτές προχώρησαν ακόμη και σε ισχυρισμούς περί σχεδίων απαγωγής Ιρανών αξιωματούχων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, κάτι που θεωρείται ασυνήθιστο ακόμη και για τα πλέον φιλοκυβερνητικά μέσα.
Αναλυτές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι το Ιράν διαφέρει σημαντικά από τη Βενεζουέλα, καθώς είναι περίπου διπλάσιο σε μέγεθος και διαθέτει πολύ ισχυρότερες στρατιωτικές και δυνάμεις ασφαλείας. Παράλληλα, η μνήμη της αποτυχημένης αμερικανικής επιχείρησης «Eagle Claw» το 1979 εξακολουθεί να λειτουργεί αποτρεπτικά για την Ουάσινγκτον.
Σύμφωνα με ειδικούς, το θεοκρατικό σύστημα της χώρας, που στηρίζεται από σκληροπυρηνικά στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης πιστά στον Χαμενεΐ, καθιστά πιθανές άλλες μορφές σύγκρουσης, όπως στοχευμένες επιθέσεις, κυβερνοεπιχειρήσεις ή πλήγματα σε ναυτιλιακές γραμμές στη Μέση Ανατολή, σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης.