Την άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, προκειμένου να αποτρέψουν ενδεχόμενη ρωσική ή κινεζική παρουσία στο νησί, επανέλαβε την Παρασκευή ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, στο περιθώριο συνάντησής του με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών, υποστήριξε ότι η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να αποδεχθεί ως γείτονες τη Ρωσία ή την Κίνα στην Αρκτική.
Ο Αμερικανός πρόεδρος τόνισε ότι οι υφιστάμενες συμφωνίες στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Γροιλανδία, που ισχύουν από το 1951, δεν επαρκούν για τη διασφάλιση της άμυνας του νησιού. Όπως είπε, μόνο η πλήρης ιδιοκτησία μπορεί να εγγυηθεί την προστασία της περιοχής, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση άλλες μεγάλες δυνάμεις θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό.
Μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα επικαλεστεί λόγους εθνικής ασφάλειας για να δικαιολογήσει την επιθυμία του να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης. Η στάση αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο στην περιοχή όσο και στη Δανία.
Η Γροιλανδία έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι προς πώληση και ότι το μέλλον της θα το αποφασίσει αποκλειστικά ο λαός της. Πρόκειται για πρώην αποικία της Δανίας, η οποία απέκτησε καθεστώς αυτονομίας το 1979 και δικαίωμα πλήρους ανεξαρτησίας μέσω δημοψηφίσματος το 2009, χωρίς ωστόσο να το έχει ασκήσει, κυρίως λόγω ανησυχιών για τις οικονομικές συνέπειες.
Η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική ενέργεια εναντίον της Γροιλανδίας ή κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη Συμμαχία και θα υπονόμευε το μεταπολεμικό σύστημα ασφάλειας.
Παράλληλα, όλα τα κόμματα της Γροιλανδίας που εκπροσωπούνται στο τοπικό κοινοβούλιο εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, διαμηνύοντας ότι δεν επιθυμούν ούτε να γίνουν Αμερικανοί ούτε να παραμείνουν Δανοί, αλλά να διατηρήσουν τη γροιλανδική τους ταυτότητα. Όπως τόνισαν, το μέλλον του νησιού ανήκει αποκλειστικά στους κατοίκους του, καλώντας τις ΗΠΑ να σεβαστούν την κυριαρχία και τη βούλησή τους.