Σαράντα επτά χρόνια μετά την Ισλαμική Επανάσταση που ανέτρεψε τη φιλοδυτική μοναρχία και εγκαθίδρυσε μια αντιαμερικανική θεοκρατία, το Ιράν φαίνεται να βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική καμπή. Σύμφωνα με αναλύσεις της Wall Street Journal και του Atlantic, η Ισλαμική Δημοκρατία αντιμετωπίζει σήμερα τη βαθύτερη κρίση νομιμοποίησης από το 1979, με όρους που προσομοιάζουν σε προεπαναστατική συνθήκη.
Το άτυπο «κοινωνικό συμβόλαιο» πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η εξουσία των αγιατολάχ —ανοχή στις στερήσεις και στην πολιτική καταπίεση με αντάλλαγμα την ασφάλεια και την αποτροπή ξένων απειλών— φαίνεται να έχει καταρρεύσει. Οι εξελίξεις μετά το 2023, με τη στήριξη του Ιράν στη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ και την επακόλουθη περιφερειακή σύγκρουση, έφεραν για πρώτη φορά τον πόλεμο στο ιρανικό έδαφος. Οι ισραηλινές επιδρομές και η αμερικανική αεροπορική εκστρατεία που ακολούθησε προκάλεσαν βαριά πλήγματα στη στρατιωτική ηγεσία και στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, εκθέτοντας τη στρατηγική αδυναμία ενός καθεστώτος που επένδυε επί δεκαετίες στην αποτροπή μέσω «αντιπροσώπων».
Την ίδια ώρα, η οικονομική κατάρρευση επιτείνει τη λαϊκή οργή. Ο πληθωρισμός κινείται σε δυσθεώρητα επίπεδα, το εθνικό νόμισμα έχει ουσιαστικά απαξιωθεί και η κρίση πλήττει πλέον όλα τα κοινωνικά στρώματα. Διακοπές ρεύματος, έλλειψη νερού, ανεργία και φυγή επιστημονικού δυναμικού συνθέτουν μια εικόνα γενικευμένης παρακμής, σε μια χώρα 92 εκατομμυρίων ανθρώπων που παραμένει απομονωμένη από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Παράλληλα, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ εμφανίζονται βαθιά διχασμένες και αποξενωμένες. Η Ισλαμική Δημοκρατία, που ξεκίνησε ως ένας ευρύς ιδεολογικός συνασπισμός, έχει εξελιχθεί σε ένα σύστημα συγκεντρωμένο γύρω από τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Πρώην πρόεδροι και ιστορικά στελέχη έχουν περιθωριοποιηθεί ή τεθεί υπό περιορισμούς, ενώ η διοίκηση του κράτους έχει αποδυναμωθεί από την προτεραιότητα στην ιδεολογική πίστη αντί της τεχνοκρατικής επάρκειας. Την ίδια στιγμή, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης έχουν μετατραπεί σε ένα πανίσχυρο στρατιωτικο-οικονομικό σύμπλεγμα, προκαλώντας δυσαρέσκεια ακόμη και σε παραδοσιακούς πυλώνες στήριξης του καθεστώτος, όπως οι έμποροι των παζαριών.
Στους δρόμους, διαμορφώνεται πλέον ένα ετερόκλητο αλλά ευρύ αντιπολιτευτικό μέτωπο, που περιλαμβάνει εργαζόμενους, νέους, γυναίκες, εθνοτικές μειονότητες και μεσαία στρώματα. Τα κοινά τους αιτήματα δεν περιορίζονται σε επιμέρους μεταρρυθμίσεις, αλλά αγγίζουν πλέον ανοιχτά την αμφισβήτηση της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η διαφθορά, η υποκρισία της εξουσίας και η κοινωνική ανισότητα λειτουργούν ως συνεκτική δύναμη, ενώ τα κρατικά συνθήματα αντικαθίστανται από ένα νέο, έντονα εθνικό αφήγημα: «Ζήτω το Ιράν».
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, για πρώτη φορά μετά το 1979, το Ιράν πληροί σχεδόν όλες τις βασικές προϋποθέσεις που ιστορικά οδηγούν σε επαναστατικές ανατροπές: βαθιά οικονομική κρίση, ρήγματα στις ελίτ, μαζική κοινωνική δυσαρέσκεια, ένα πειστικό κοινό αφήγημα αντίστασης και ένα διεθνές περιβάλλον που δεν ευνοεί τη σταθερότητα του καθεστώτος. Αυτό που μέχρι στιγμής αποτρέπει την πλήρη κατάρρευση είναι η συνοχή των δυνάμεων ασφαλείας, οι οποίες εξακολουθούν να στηρίζουν την εξουσία, γνωρίζοντας ότι η απώλειά της θα σήμαινε και τη δική τους καταστροφή.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, αν αυτή η τελευταία γραμμή άμυνας ραγίσει, η Ισλαμική Δημοκρατία δύσκολα θα επιβιώσει. Πολλοί παρατηρητές περιγράφουν πλέον το ιρανικό καθεστώς ως ένα «πολιτικό ζόμπι»: διατηρείται στη ζωή κυρίως μέσω της βίας, έχοντας χάσει τη νομιμοποίηση, την ιδεολογική συνοχή και την ικανότητα να προσφέρει ασφάλεια και ευημερία στους πολίτες του. Το αν η σημερινή κρίση θα οδηγήσει τελικά σε αντεπανάσταση, παραμένει ανοιχτό — αλλά, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, το ενδεχόμενο αυτό δεν μοιάζει θεωρητικό.