Με την κατάθεση του Κωνσταντίνου Ασημάκου συνεχίστηκε σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο η δίκη για τον θάνατο του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ, Σήφη Βαλυράκη. Ο μάρτυρας, ο οποίος τότε εργαζόταν σε αρτοποιία και ασχολούνταν ερασιτεχνικά με την αλιεία, περιέγραψε όσα ισχυρίζεται ότι είδε την ημέρα του περιστατικού στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας.
Όπως κατέθεσε, βρισκόταν για ψάρεμα στο Νησί των Ονείρων όταν είδε τον Σήφη Βαλυράκη να αποπλέει με φουσκωτό σκάφος από το σπίτι του, αντιμετωπίζοντας εμφανές πρόβλημα στη μηχανή, η οποία έσβηνε και δυσκολευόταν να λειτουργήσει. Λίγο αργότερα, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα επαγγελματικό αλιευτικό καΐκι πλησίασε το φουσκωτό και τα δύο σκάφη πλαγιοκόπησαν σε μικρή απόσταση, επιτρέποντας τη μεταξύ τους συνομιλία.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι άκουσε από το αλιευτικό να λένε πως θα καλέσουν το Λιμεναρχείο, ενώ από την πλευρά του φουσκωτού ακολούθησε υβριστική αντίδραση. Πρόσθεσε ότι το επαγγελματικό σκάφος έκανε δύο κύκλους γύρω από το φουσκωτό πριν τα δύο σκάφη απομακρυνθούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Απαντώντας σε ερωτήσεις της έδρας, ο μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να συνέβη κάτι περισσότερο από λεκτική αντιπαράθεση, δηλώνοντας ότι αυτό είναι που τον βασανίζει μέχρι σήμερα, καθώς αν είχε παραμείνει λίγο ακόμη ίσως να είχε αντιληφθεί περισσότερα. Για την πορεία του φουσκωτού κατέθεσε ότι κινούνταν με πολύ χαμηλή ταχύτητα, ωστόσο τόνισε ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν εκείνη τη στιγμή ο Σήφης Βαλυράκης βρισκόταν πάνω στο σκάφος, υπογραμμίζοντας πως δεν θέλει να καταθέσει κάτι που δεν είδε.
Το αλιευτικό σκάφος το περιέγραψε ως λευκό, με τέντα, λέγοντας ότι διέκρινε μόνο έναν άνδρα στο μέσο του, χωρίς να μπορεί να αναγνωρίσει πρόσωπα ή χαρακτηριστικά λόγω απόστασης, σημειώνοντας ότι ούτε το ίδιο το Λιμεναρχείο θεωρεί εφικτή την αναγνώριση υπό τέτοιες συνθήκες.
Όπως ανέφερε, αργότερα την ίδια ημέρα πληροφορήθηκε μέσω διαδικτύου ότι ο Σήφης Βαλυράκης αγνοείται και τότε επικοινώνησε με το Λιμενικό, ενημερώνοντας για το πρόβλημα στη μηχανή που είχε παρατηρήσει. Παραδέχθηκε ότι αρχικά δεν ανέφερε τη λογομαχία και ότι έλαβε την απάντηση πως θα ενημερωθεί ο προϊστάμενος. Την επόμενη ημέρα προσήλθε αυτοβούλως για κατάθεση, χωρίς –όπως είπε– να υπάρξει ουσιαστική ανταπόκριση, περιγράφοντας την εμπειρία του ως «να μιλάς σε τοίχο».
Ιδιαίτερα φορτισμένος, ο μάρτυρας μίλησε για τις προσωπικές συνέπειες της κατάθεσής του, υποστηρίζοντας ότι υπέστη συκοφαντίες, κοινωνικό αποκλεισμό και απειλές, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του, γεγονός που τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την Ερέτρια. Κατήγγειλε ότι διαδόθηκαν φήμες πως χρηματίστηκε από την οικογένεια Βαλυράκη, ενώ ανέφερε και προσβλητικά σχόλια που –όπως είπε– δέχθηκε ακόμη και από λιμενικό της περιοχής.
Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι ένας εκ των κατηγορουμένων τον πλησίασε ζητώντας του «να πει την αλήθεια», αφήνοντας υπαινιγμούς για την επαγγελματική του δραστηριότητα.
Νωρίτερα, οι συνήγοροι προς υποστήριξη της κατηγορίας, Νίκος Κωνσταντόπουλος και Ζωή Κωνσταντοπούλου, αναφέρθηκαν σε απειλές που φέρεται να δέχεται μάρτυρας της υπόθεσης, με τον πρώτο να δηλώνει ότι, εφόσον συνεχιστούν, θα ζητηθεί η ενεργοποίηση μέτρων προστασίας μαρτύρων. Η κ. Κωνσταντοπούλου έθεσε, μεταξύ άλλων, ερωτήματα και για την αυτοκτονία αστυνομικού που, όπως ανέφερε, αναζητούσε τον μάρτυρα στο πλαίσιο της έρευνας. Ο ίδιος απάντησε ότι ο αστυνομικός τον είχε απλώς προσεγγίσει για να μιλήσουν, χωρίς να του δώσει περαιτέρω στοιχεία.