Η Εθνική Στρατηγική Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2026 (NDS 2026) σηματοδοτεί μια βαθιά μετατόπιση στη στρατηγική αντίληψη της Ουάσιγκτον, σε μια περίοδο κλιμακούμενου ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Το έγγραφο αποτυπώνει την αποδοχή μιας νέας «κανονικότητας», όπου η παρατεταμένη στρατιωτική αντιπαράθεση δεν θεωρείται πλέον εξαίρεση αλλά δομικό στοιχείο του διεθνούς συστήματος.
Με την Κίνα να προσδιορίζεται ως η απειλή που καθορίζει τον ρυθμό και το πλαίσιο του αμερικανικού αμυντικού σχεδιασμού, οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την παραδοχή των σύντομων και αποφασιστικών πολέμων και προετοιμάζονται για μακροχρόνιες, κατανεμημένες και πολυδιάστατες συγκρούσεις.
Σε αντίθεση με προηγούμενες στρατηγικές, όπου η αποτροπή είχε ως κύριο στόχο την αποφυγή της σύγκρουσης, η NDS 2026 μετατοπίζει το βάρος στη διαχείριση μιας διαρκούς αντιπαράθεσης. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη νέα λογική αποκτούν η αμυντική βιομηχανική βάση και τα δίκτυα συμμαχιών, γεγονός που καθιστά τη στρατηγική όχι απλώς στρατιωτικό κείμενο, αλλά αντανάκλαση μιας αναδυόμενης παγκόσμιας τάξης πραγμάτων.
Η Ουάσιγκτον πλέον αντιμετωπίζει την πιθανότητα σύγκρουσης υψηλής έντασης ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο που απαιτεί αναδιάρθρωση των ενόπλων δυνάμεων, της παραγωγικής ικανότητας και των συμμαχικών σχέσεων. Η στρατηγική αυτή αποκαλύπτει μια ποιοτική αλλαγή: ο πόλεμος δεν θεωρείται πια ένα ακραίο σενάριο προς αποφυγή, αλλά μια συστημική πιθανότητα που πρέπει να αντέχεται και να υποστηρίζεται σε βάθος χρόνου.
Για πρώτη φορά, η Κίνα χαρακτηρίζεται ρητά ως «pacing threat», δηλαδή ως η δύναμη που διαμορφώνει το μέτρο, την ένταση και τη φύση του αμερικανικού στρατιωτικού σχεδιασμού. Πιθανά σημεία ανάφλεξης, όπως η Ταϊβάν και η Νότια Σινική Θάλασσα, εντάσσονται πλέον σε σενάρια που δεν προϋποθέτουν γρήγορη έκβαση, αλλά παρατεταμένη σύγκρουση σε πολλαπλά πεδία – από τον κυβερνοχώρο και το διάστημα έως τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τη βιομηχανική παραγωγή.
Η έμφαση στη διατήρηση παραγωγικών και εφοδιαστικών δυνατοτήτων υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για έναν μακροχρόνιο στρατηγικό ανταγωνισμό, όπου η τεχνολογική υπεροχή από μόνη της δεν επαρκεί. Η στρατηγική επικεντρώνεται στην αναβίωση της αμυντικής βιομηχανίας, στην αντοχή των ενόπλων δυνάμεων σε βάθος χρόνου και στην πολιτική και κοινωνική προετοιμασία για μια αντιπαράθεση που δεν θα κριθεί σε έναν εκλογικό κύκλο.
Παράλληλα, η NDS 2026 αναδιαμορφώνει τον ρόλο των συμμάχων. Οι ΗΠΑ δεν σκοπεύουν πλέον να επωμίζονται μόνες τους το κόστος μιας σύγκρουσης, αλλά υιοθετούν ένα μοντέλο «ολοκληρωμένης αποτροπής», όπου η Ουάσιγκτον λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος και οι σύμμαχοι αναλαμβάνουν πιο ενεργούς ρόλους σε επιχειρήσεις, παραγωγή και επιμελητεία. Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Αυστραλία προβάλλονται ως προκεχωρημένοι πυλώνες, ενώ η Ευρώπη προσφέρει βιομηχανικό και υλικοτεχνικό βάθος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία παραμένει απειλή, αλλά όχι ο βασικός παράγοντας μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ενώ το Ιράν και η Βόρεια Κορέα αντιμετωπίζονται ως περιφερειακές προκλήσεις προς διαχείριση. Η ιεράρχηση αυτή αντανακλά τους περιορισμένους πόρους των ΗΠΑ και την ανάδειξη της Κίνας ως της κύριας στρατηγικής προτεραιότητας.
Συνολικά, η NDS 2026 σκιαγραφεί μια διεθνή τάξη όπου η παρατεταμένη στρατιωτική αντιπαράθεση γίνεται σταδιακά «φυσιολογική» κατάσταση. Ο στόχος δεν είναι πλέον η πλήρης αποτροπή του πολέμου, αλλά η διαχείρισή του με όρους ισορροπίας ισχύος. Πρόκειται για μια σαφή ένδειξη ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια φάση δομικής αστάθειας, όπου ειρήνη και σύγκρουση συνυπάρχουν σε έναν διαρκή κύκλο ανταγωνισμού.