Από την πρώτη στιγμή που οι Εργατικοί ανέλαβαν τη διακυβέρνηση, Βρετανοί υπουργοί εργάζονταν συστηματικά για να προετοιμάσουν το έδαφος της επαναπροσέγγισης με την Κίνα, ενόψει της πολυαναμενόμενης συνάντησης του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο.
Μέσα από κλειστές ομιλίες σε Λονδίνο και Κίνα, τις οποίες αποκάλυψε το POLITICO, μέλη της κυβέρνησης επιχείρησαν να πείσουν αξιωματούχους, ακαδημαϊκούς και επιχειρηματίες ότι η αποκατάσταση των εμπορικών και επενδυτικών δεσμών είναι αναγκαία, παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες για την οικονομική ασφάλεια.
Οι σχέσεις των δύο χωρών είχαν επιδεινωθεί αισθητά μετά τη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» που είχε διακηρύξει η κυβέρνηση Κάμερον. Από τα τέλη της δεκαετίας του 2010, η καταστολή στο Χονγκ Κονγκ και η απόφαση της κυβέρνησης Τζόνσον να αποκλείσει τη Huawei από τις βρετανικές τηλεπικοινωνίες, υπό αμερικανική πίεση, οδήγησαν σε πάγωμα των συνομιλιών με το Πεκίνο.
Ο Στάρμερ επιδιώκει τώρα να αναστήσει μια οικονομική σχέση που είχε περιέλθει σε τέλμα. Ο βαθμός αυτής της στροφής αποτυπώνεται στις παρεμβάσεις κορυφαίων υπουργών του, όπως της υπουργού Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς, του τότε υπουργού Εξωτερικών Ντέιβιντ Λάμι, του υπουργού Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ και άλλων στελεχών με χαρτοφυλάκια που σχετίζονται με επενδύσεις, εμπόριο και τον Ινδο-Ειρηνικό.
Ακόμη και πριν ολοκληρωθεί ο κυβερνητικός έλεγχος για την έκθεση της Βρετανίας σε κινεζικές παρεμβάσεις, υπουργοί προωθούσαν στενότερη συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, των χρηματοπιστωτικών συστημάτων και στους βασικούς άξονες της βιομηχανικής στρατηγικής των Εργατικών. Ωστόσο, ανώτατα στελέχη της αγοράς προειδοποιούν για εσωτερικές αντιφάσεις: άλλες υπηρεσίες βλέπουν την Κίνα ως οικονομική ευκαιρία, ενώ άλλες τη θεωρούν πρωτίστως απειλή για την εθνική ασφάλεια.
Ανησυχίες εκφράζονται και εντός του κυβερνώντος κόμματος. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου της Βουλής, Λίαμ Μπερν, έχει τονίσει ότι η Βρετανία οφείλει να είναι πιο επιφυλακτική ως προς το πού επιτρέπεται η κινεζική επένδυση, προειδοποιώντας για κινδύνους αυξημένου οικονομικού εξαναγκασμού και πλημμύρας της βρετανικής αγοράς με επιδοτούμενα κινεζικά προϊόντα, ιδιαίτερα σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια.
Παρά τις επιφυλάξεις, η κυβέρνηση διαμηνύει ότι η προσέγγισή της βασίζεται σε «ρεαλισμό και σαφήνεια»: συνεργασία όπου είναι δυνατόν, αντιπαράθεση όπου απαιτείται, χωρίς εκπτώσεις στην εθνική ασφάλεια.
Στο παρασκήνιο, μια σειρά υψηλού προφίλ επισκέψεων και εκδηλώσεων κατέδειξαν τη βούληση επανεκκίνησης. Από την παρουσία της υφυπουργού Ινδο-Ειρηνικού Κάθριν Γουέστ σε εκδήλωση για τα 75 χρόνια της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στο Λονδίνο, έως την επίσκεψη Λάμι σε Πεκίνο και Σανγκάη και τις δηλώσεις του υπέρ της συνεργασίας σε εμπόριο, κλίμα και καθαρή ενέργεια, το μήνυμα ήταν σαφές.
Ακολούθησαν παρεμβάσεις της υπουργού Επενδύσεων Πόπι Γκούσταφσον, της Ρέιτσελ Ριβς στο Πεκίνο για την επανεκκίνηση του Οικονομικού και Χρηματοπιστωτικού Διαλόγου, καθώς και της υπουργού για την Πόλη του Λονδίνου Έμα Ρέινολντς, που χαρακτήρισε τη βρετανική χρηματοπιστωτική αγορά «πύλη» για την παγκόσμια επέκταση κινεζικών κεφαλαίων.
Στο ενεργειακό πεδίο, ο Εντ Μίλιμπαντ υπογράμμισε την ανάγκη στενότερης συνεργασίας για την πράσινη μετάβαση, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τις ευαίσθητες πλευρές της κινεζικής εφοδιαστικής αλυσίδας. Τέλος, ο υπουργός Οικονομικής Ασφάλειας Ντάγκλας Αλεξάντερ μίλησε ανοιχτά για ευκαιρίες αλλά και σημεία τριβής, επιδιώκοντας μια πιο ισορροπημένη σχέση.
Συνολικά, η στρατηγική Στάρμερ σηματοδοτεί μια προσεκτική αλλά σαφή στροφή: το Λονδίνο επιδιώκει να αποκαταστήσει τους οικονομικούς δεσμούς με το Πεκίνο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να χαράξει «κόκκινες γραμμές» σε θέματα ασφάλειας — μια ισορροπία που μένει να δοκιμαστεί στην πράξη.