Με μία μόνο φράση, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έσπασε ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά ταμπού της Γερμανίας και της Δυτικής Ευρώπης, θέτοντας ευθέως υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους:
«Το κοινωνικό κράτος, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, δεν μπορεί πλέον να χρηματοδοτηθεί από την οικονομία μας».
Για δεκαετίες, η Γερμανία αποτελούσε το πρότυπο οικονομικής επιτυχίας της Ευρώπης. Η μεταπολεμική «κοινωνική οικονομία της αγοράς» (Soziale Marktwirtschaft) συνδύαζε την ελεύθερη αγορά με ένα περιορισμένο δίχτυ κοινωνικής προστασίας, συμβάλλοντας στην ανάκαμψη της Δυτικής Γερμανίας και στη μετατροπή της σε μία από τις πιο εύρωστες οικονομίες παγκοσμίως.
Σήμερα, ωστόσο, το μοντέλο αυτό εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται, η ανταγωνιστικότητα υποχωρεί και το βάρος των κοινωνικών δαπανών βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, δημιουργώντας πιέσεις στον λεγόμενο «οικονομικό κινητήρα» της Ευρώπης.
Από το «οικονομικό θαύμα» στις δημοσιονομικές πιέσεις
Η μεταπολεμική άνοδος της Γερμανίας στηρίχθηκε στο όραμα του Λούντβιχ Έρχαρντ, ο οποίος προώθησε ένα σύστημα ελεύθερης επιχειρηματικότητας με περιορισμένη κοινωνική προστασία. Η απελευθέρωση τιμών και εμπορίου, η νομισματική σταθεροποίηση και οι φορολογικές ελαφρύνσεις δημιούργησαν τις συνθήκες για το περίφημο Wirtschaftswunder —το «οικονομικό θαύμα»— με υψηλή ανάπτυξη, σχεδόν πλήρη απασχόληση και άνοδο του βιοτικού επιπέδου.
Σταδιακά όμως, το περιορισμένο κοινωνικό δίχτυ εξελίχθηκε σε εκτεταμένο κράτος πρόνοιας. Από τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 1957 έως τις δεκαετίες του 1960 και 1970, επεκτάθηκαν οι παροχές υγείας, τα οικογενειακά επιδόματα, οι στεγαστικές ενισχύσεις, η εκπαίδευση και η προστασία ανέργων.
Σήμερα, οι κοινωνικές δαπάνες αντιστοιχούν περίπου στο 31% του ΑΕΠ —περίπου 1,3 τρισ. ευρώ— από τα υψηλότερα ποσοστά στον ΟΟΣΑ. Μόνο το συνταξιοδοτικό σύστημα απορροφά το 12% του ΑΕΠ, ποσοστό υπερδιπλάσιο από εκείνο του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η δημογραφική γήρανση επιτείνει την πίεση: ενώ τη δεκαετία του 1960 έξι εργαζόμενοι στήριζαν έναν συνταξιούχο, σήμερα η αναλογία έχει περιοριστεί περίπου στους δύο προς έναν, με τάση περαιτέρω επιδείνωσης.
Επιπτώσεις σε επιχειρήσεις και ανταγωνιστικότητα
Η διατήρηση του συστήματος μετακυλίει σημαντικό κόστος και στις επιχειρήσεις, οι οποίες καλύπτουν το ήμισυ των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων. Τα μη μισθολογικά κόστη έχουν αυξηθεί ταχύτερα από τους μισθούς μετά την πανδημία, περιορίζοντας τα περιθώρια αυξήσεων και επενδύσεων.
Οι συνολικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης έχουν φθάσει στο 42,5% των αποδοχών και εκτιμάται ότι μπορεί να αγγίξουν το 50% μέσα στην επόμενη δεκαετία, εξέλιξη που συμπιέζει την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα.
Ανάπτυξη σε επιβράδυνση και βιομηχανία υπό πίεση
Οι οικονομικές επιπτώσεις είναι πλέον εμφανείς. Από το 2017, το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 1,6%, έναντι 9,5% στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Το 2023 η χώρα κατέγραψε διαδοχικές ετήσιες συρρικνώσεις, ενώ και το 2025 συνεχίστηκε η πτωτική τάση.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση στην αυτοκινητοβιομηχανία —παραδοσιακό πυλώνα της γερμανικής ισχύος. Κολοσσοί όπως Volkswagen, Mercedes-Benz και BMW αντιμετωπίζουν αυξανόμενο ανταγωνισμό από αμερικανικές και κινεζικές εταιρείες, όπως η Tesla και η BYD, που κινούνται ταχύτερα στην ηλεκτροκίνηση και την καινοτομία.
Το υψηλό εργατικό κόστος —περίπου 62 ευρώ την ώρα— σε συνδυασμό με ρυθμιστικά βάρη και άκαμπτες εργασιακές δομές επιβαρύνουν περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα. Η ενεργειακή κρίση, μετά τη διακοπή φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου και την αποχώρηση από την πυρηνική ενέργεια, αύξησε δραστικά το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας.
Αποτέλεσμα είναι αναδιαρθρώσεις, κλείσιμο μονάδων και απώλειες θέσεων εργασίας: από το 2019 έχουν χαθεί περίπου 46.000 θέσεις στον κλάδο, με εκτιμήσεις για πολύ μεγαλύτερες απώλειες έως το 2035.
Ανεργία, χρέος και δημοσιονομικές πιέσεις
Η ανεργία έχει φθάσει σε υψηλό 12ετίας, ξεπερνώντας τα 3 εκατομμύρια ανέργους, με ποσοστό 6,6%. Την ίδια στιγμή, αυξάνονται τόσο οι κοινωνικές δαπάνες όσο και ο δημόσιος δανεισμός.
Το γερμανικό «φρένο χρέους», πυλώνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας, έχει επανειλημμένα ανασταλεί μετά την πανδημία, ενώ η κυβέρνηση σχεδιάζει δανεισμό 174 δισ. ευρώ για το 2026 — από τα υψηλότερα επίπεδα μεταπολεμικά.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα
Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται το ερώτημα κατά πόσο ένα εκτεταμένο κοινωνικό κράτος μπορεί να διατηρηθεί χωρίς υψηλή και διαρκή παραγωγικότητα. Όταν η αναδιανομή υπερβαίνει τη δημιουργία πλούτου, προειδοποιούν αναλυτές, η ανάπτυξη υποχωρεί και τα βάρη μετακυλίονται στις επόμενες γενιές.
Παρά τα σημάδια πίεσης, οι μεταρρυθμίσεις παραμένουν πολιτικά δύσκολες: οι μεγαλύτερες ηλικίες αντιδρούν σε περικοπές, οι κυβερνήσεις φοβούνται το πολιτικό κόστος και οι νεότεροι καλούνται να χρηματοδοτήσουν ένα σύστημα αβέβαιης βιωσιμότητας.
Η Γερμανία, επί δεκαετίες πυλώνας δημοσιονομικής σταθερότητας και βιομηχανικής ισχύος στην Ευρώπη, καλείται πλέον να επαναξιολογήσει τα όρια του κοινωνικού της μοντέλου. Και, όπως επισημαίνουν αναλυτές, η πορεία που θα χαράξει δεν θα αφορά μόνο την ίδια, αλλά το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας.