Παρά τον μεγάλο όγκο οπλικών συστημάτων που παράγουν οι ευρωπαϊκές χώρες, η στρατιωτική ισχύς της ηπείρου εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που δυσχεραίνει τον σχεδιασμό μιας αυτόνομης αμυντικής αρχιτεκτονικής — ιδιαίτερα υπό το ενδεχόμενο μιας πιο αποστασιοποιημένης αμερικανικής στάσης την περίοδο διακυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, απέρριψε πρόσφατα δημόσια τα σενάρια ευρωπαϊκής άμυνας χωρίς αμερικανική στήριξη, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη θα έμενε ουσιαστικά «αβοήθητη» χωρίς τις αμερικανικές επιχειρησιακές δυνατότητες.
Διπλωμάτες και αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία κατασκευάζει μαχητικά, άρματα, πυραυλικά συστήματα και οπλισμό υψηλής τεχνολογίας, εξακολουθεί να βασίζεται στο αμερικανικό Πεντάγωνο για κρίσιμους τομείς: πληροφορίες, δορυφορική επιτήρηση, logistics, επικοινωνίες και —κυρίως— τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου που ενοποιούν τις επιχειρήσεις. Χωρίς αυτά τα «στρατηγικά νεύρα», η αποτρεπτική ικανότητα απέναντι στη Ρωσία θεωρείται περιορισμένη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει τα κενά και έχει υιοθετήσει πρωτοβουλίες όπως η Στρατηγική Πυξίδα και το σχέδιο Readiness 2030, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, η υλοποίησή τους απαιτεί χρόνο, πολιτική σύγκλιση και τεράστιους οικονομικούς πόρους.
Ειδικοί εκτιμούν ότι ένα πλήρες «διαζύγιο» από την αμερικανική στρατιωτική στήριξη θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρό — έως και 10% του ΑΕΠ — με συνολικό κόστος που θα μπορούσε να αγγίξει το 1 τρισ. δολάρια, καθώς η Ευρώπη θα έπρεπε να αναπληρώσει πλατφόρμες, προσωπικό, διαστημικές δυνατότητες και υποδομές πληροφοριών που σήμερα παρέχουν οι ΗΠΑ.
Παράλληλα, η ίδια η πολιτική πολυπλοκότητα της ΕΕ λειτουργεί ανασταλτικά. Η ανάγκη ομοφωνίας σε αμυντικές αποφάσεις, τα βέτο κρατών όπως η Ουγγαρία και η ανάγκη συντονισμού με τρίτους εταίρους —Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Καναδά— επιβραδύνουν την ενοποίηση.
Σε επιμέρους τομείς, πάντως, η Ευρώπη διαθέτει εναλλακτικές:
Επιτήρηση: Αναζητείται αντικαταστάτης των αμερικανικών AWACS, με ευρωπαϊκές λύσεις όπως το σουηδικό GlobalEye να κερδίζουν έδαφος.
Αεράμυνα: Το αμερικανικό Patriot κυριαρχεί, αλλά το γαλλοϊταλικό SAMP-T προβάλλει ως ευρωπαϊκή επιλογή, ήδη ανεπτυγμένη στην Ουκρανία.
Αερομεταφορές & ανεφοδιασμός: Παρά την ύπαρξη του Airbus A400M, οι ΗΠΑ διατηρούν συντριπτική υπεροχή, ειδικά στον εναέριο ανεφοδιασμό — κρίσιμο για αεροπορικές επιχειρήσεις.
Διάστημα: Οι ευρωπαϊκές δυνατότητες υπολείπονται σημαντικά, με προγράμματα όπως το IRIS² να βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο έναντι αμερικανικών δικτύων.
Πληροφορίες: Το μεγαλύτερο έλλειμμα αφορά τη συλλογή και συγχώνευση δεδομένων πληροφοριών — τομέας όπου η αμερικανική υπεροχή θεωρείται καθοριστική, όπως αποδείχθηκε και στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Παρά τις αδυναμίες, η Ευρώπη δεν εκκινεί από μηδενική βάση. Διαθέτει βιομηχανική υποδομή, τεχνολογία και χρηματοδοτικές δυνατότητες. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, το βασικό πρόβλημα δεν είναι οικονομικό αλλά πολιτικό: η έλλειψη συνοχής, κοινής στρατηγικής κουλτούρας και ενοποιημένων αμυντικών αγορών.
Η συζήτηση για «στρατηγική αυτονομία» παραμένει ενεργή, αλλά —τουλάχιστον προς το παρόν— η ευρωπαϊκή άμυνα εξακολουθεί να στηρίζεται στην αμερικανική ομπρέλα, χωρίς την οποία η επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση.