Σε μια συγκυρία όπου οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες δοκιμάζονται από τις εντάσεις στην Ερυθρά Θάλασσα, τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την κλιμακούμενη αντιπαράθεση Δύσης–Κίνας, ο India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC) προβάλλει ως το πλέον φιλόδοξο γεωοικονομικό εγχείρημα της τελευταίας δεκαετίας.
Το σχέδιο στοχεύει στη σύνδεση της δυτικής ακτής της Ινδία με τον Αραβικό Κόλπο και, μέσω χερσαίων και θαλάσσιων αξόνων, με τις ευρωπαϊκές αγορές, δημιουργώντας έναν πολυτροπικό διάδρομο μεταφορών, ενέργειας και δεδομένων.
Στην αναδιάταξη αυτή επιδιώκει να τοποθετηθεί δυναμικά η Ελλάδα. Ως η εγγύτερη ευρωπαϊκή χώρα προς την Ινδία και σταθερός εταίρος της ΕΕ και σύμμαχος των Ηνωμένες Πολιτείες στο ΝΑΤΟ, η Αθήνα επιχειρεί να αξιοποιήσει τα γεωγραφικά και πολιτικά της πλεονεκτήματα σε ένα εγχείρημα που σχεδιάστηκε ως δυτικό αντίβαρο στην Belt and Road Initiative της Κίνας.
Τι προβλέπει ο IMEC
Ο IMEC δεν περιορίζεται σε έναν ακόμη εμπορικό διάδρομο. Αποτελεί ένα σύνθετο σχέδιο διασύνδεσης που περιλαμβάνει ναυτιλία, σιδηροδρομικά δίκτυα, ενεργειακές υποδομές, αγροτικές ροές και ψηφιακές συνδέσεις. Στόχος είναι η δημιουργία ενός άμεσου καναλιού εμπορίου που θα ενισχύει όχι μόνο διμερείς, αλλά και πολυμερείς συνεργασίες σε μια γεωγραφική ζώνη όπου έως σήμερα κυριαρχούσαν αποσπασματικές συμφωνίες.
Αν και η ιδέα συζητείται εδώ και περίπου μία δεκαετία, η ώθηση ήρθε τα τελευταία χρόνια, όταν η Ουάσιγκτον προώθησε πιο ενεργά μια εναλλακτική πρόταση απέναντι στο Πεκίνο. Το σχέδιο ενισχύθηκε επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, ενώ η προσέγγιση ΗΠΑ–Ινδίας που ξεκίνησε νωρίτερα, επί Ντόναλντ Τραμπ, επιτάχυνε τις διεργασίες.
Η Ινδία, με ηγεσία τον Ναρέντρα Μόντι, επιδιώκει αναβαθμισμένο ρόλο στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, ενισχύοντας τη στρατηγική της σύμπλευση με τη Δύση. Η αμερικανική πολιτική και χρηματοδοτική στήριξη θεωρείται κρίσιμη για την υλοποίηση ενός τόσο εκτεταμένου διασυνοριακού έργου, καθιστώντας τον IMEC εργαλείο γεωοικονομικής επιρροής σε μια περίοδο πολλαπλών ανταγωνισμών.
Η ελληνική στρατηγική και τα διλήμματα
Η Αθήνα επιδιώκει να αναδειχθεί σε βασική ευρωπαϊκή πύλη του διαδρόμου. Η ενίσχυση των ελληνοϊνδικών σχέσεων, με αιχμή τη συνεργασία του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Μόντι, αποτυπώνει τη βούληση εμβάθυνσης της συνεργασίας. Στόχος είναι ο διπλασιασμός του διμερούς εμπορίου στα 5 δισ. δολάρια έως το 2030 και η προσαρμογή των ελληνικών υποδομών ώστε να λειτουργήσουν ως διαμετακομιστικός κόμβος για ινδικά προϊόντα.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή συνοδεύεται από προκλήσεις. Το Λιμάνι του Πειραιά, ένα από τα πλέον σύγχρονα λιμάνια της Μεσογείου, ελέγχεται από την κινεζική COSCO. Η αξιοποίηση μιας κινεζικής επένδυσης σε ένα εγχείρημα που προβάλλεται ως δυτικό αντίβαρο προς το Πεκίνο δημιουργεί εύλογα στρατηγικά ερωτήματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εξετάζει εναλλακτικές πύλες, όπως η ανάπτυξη εμπορικού τερματικού στην Ελευσίνα και η ενίσχυση του σιδηροδρομικού διαδρόμου Sea2Sea, με κομβικό έργο την αναβάθμιση της γραμμής Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο, που επιτρέπει την παράκαμψη των Στενών του Βοσπόρου και βελτιώνει την πρόσβαση προς την Κεντρική Ευρώπη.
Ο ευρωπαϊκός ανταγωνισμός
Η Ελλάδα δεν διεκδικεί μόνη της τον ρόλο της ευρωπαϊκής εισόδου. Η Ιταλία και η Γαλλία προωθούν επίσης τα λιμάνια τους ως αξιόπιστες επιλογές. Η τελική επιλογή δεν θα είναι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική, καθώς θα αντικατοπτρίζει τις ισορροπίες εντός της ΕΕ και τις σχέσεις Βρυξελλών–Ουάσιγκτον.
Σε τελική ανάλυση, ο IMEC υπερβαίνει τα όρια μιας εμπορικής διαδρομής. Αποτελεί μηχανισμό ανακατανομής ισχύος στον παγκόσμιο χάρτη. Η Ελλάδα επιχειρεί να μεταβεί από τον ρόλο του τελικού σταθμού μιας κινεζικής διαδρομής σε εκείνον του κρίσιμου κόμβου ενός δυτικού δικτύου. Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις επενδύσεις και τις υποδομές, αλλά και από τη σταθερότητα των συμμαχιών της σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.