Στην παρούσα φάση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, η διπλωματική δραστηριότητα μοιάζει περισσότερο με μια στρατηγική άσκηση αποφυγής ευθυνών παρά με μια ειλικρινή πορεία προς την ειρήνη. Τόσο το Κίεβο όσο και η Μόσχα επιχειρούν να πλοηγηθούν στο απρόβλεπτο πολιτικό τοπίο που διαμορφώνει η διακυβέρνηση Τραμπ, με βασική τους προτεραιότητα να μην εμφανιστούν ως οι υπαίτιοι ενός πιθανού αδιεξόδου στις συνομιλίες της Γενεύης.
Η ουκρανική πλευρά συμμετέχει ενεργά στις τριμερείς επαφές κυρίως για να πείσει τον Λευκό Οίκο ότι παραμένει εποικοδομητική, την ίδια στιγμή που ο Πρόεδρος Τραμπ ασκεί πιέσεις για εδαφικές παραχωρήσεις, έχοντας ήδη περιορίσει τη στρατιωτική βοήθεια.
Το κεντρικό σημείο τριβής παραμένει ο έλεγχος του Ντονμπάς, με τη Ρωσία να απαιτεί την πλήρη αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από το Ντονέτσκ και την Ουκρανία να αντιπροτείνει τη δημιουργία μιας αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης υπό διεθνή επιτήρηση.
Η πρόταση για μια ουδέτερη περιοχή, αν και περιλαμβάνεται στο ευρύτερο ειρηνευτικό σχέδιο της Ουάσινγκτον, σκοντάφτει στις λεπτομέρειες της διακυβέρνησής της και στις εγγυήσεις ασφαλείας που απαιτεί το Κίεβο για να αποτρέψει μελλοντικές επιθέσεις. Παράλληλα, η οικονομική διάσταση μιας τέτοιας ζώνης κρίνεται αμφίβολη, δεδομένης της ολοκληρωτικής καταστροφής των βιομηχανικών υποδομών της περιοχής.
Την ίδια ώρα, η Ουάσινγκτον έχει εγκαινιάσει μια ανορθόδοξη προσέγγιση, παρακάμπτοντας την παραδοσιακή διπλωματική οδό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και αναθέτοντας κρίσιμες επαφές σε έμπιστους συνεργάτες του Προέδρου, όπως ο Τζάρεντ Κούσνερ.
Αυτή η «διπλωματία των συμφωνιών» αντιμετωπίζει τις διεθνείς κρίσεις ως επιχειρηματικά deals, αποφεύγοντας αναφορές σε ανθρώπινα δικαιώματα και εστιάζοντας στην ωμή ισχύ.
Ωστόσο, η Ρωσία φαίνεται να εκμεταλλεύεται τον χρόνο που κερδίζει από αυτές τις διαβουλεύσεις, θεωρώντας ότι η σταδιακή κόπωση της Δύσης και η πίεση στο πεδίο της μάχης θα αναγκάσουν τελικά την Ουκρανία να αποδεχθεί τους ρωσικούς όρους στο σύνολό τους.