Σε όλη τη μακρά πολιτική του διαδρομή, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου οικοδόμησε την εξωτερική πολιτική της χώρας του πάνω σε δύο σταθερές: τη στενή, σχεδόν αδιαπραγμάτευτη, συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διαρκή, πολυεπίπεδη αντιπαράθεση με την ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
Σήμερα, καθώς το Ισραήλ και οι ΗΠΑ φέρονται να βρίσκονται σε κοινή πολεμική σύγκρουση με την Τεχεράνη, οι δύο αυτοί άξονες κινδυνεύουν να έρθουν σε σύγκρουση. Επιχειρώντας να σύρει την Ουάσινγκτον σε αυτό που θεωρεί υπαρξιακή μάχη για την ασφάλεια του Ισραήλ, ο Νετανιάχου αναλαμβάνει ένα ρίσκο που ενδέχεται να δοκιμάσει τα όρια της διμερούς σχέσης υπό την πίεση ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η συμμετοχή των ΗΠΑ, έπειτα από τη συναίνεση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, θεωρείται προσωπική επιτυχία του Νετανιάχου και ένδειξη της στενής σχέσης των δύο ηγετών. Σε ένα αισιόδοξο σενάριο, μια γρήγορη έκβαση θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας και να αποτρέψει μια μακρά περιφερειακή σύγκρουση. Αν όμως ο πόλεμος παραταθεί, οι αντοχές της συμμαχίας Ισραήλ–ΗΠΑ ενδέχεται να εξαντληθούν.
Όπως επισημαίνει ο Οφέρ Σελάχ από το Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας, μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης θα μπορούσε να εκλάβει τη σύγκρουση ως παράδειγμα όπου «η ισραηλινή ουρά κουνά τον αμερικανικό σκύλο». Μια τέτοια αντίληψη, προειδοποιεί, θα είχε σοβαρές συνέπειες για το Ισραήλ σε βάθος χρόνου, παρότι –όπως αφήνει να εννοηθεί– ο ίδιος ο Νετανιάχου δεν φαίνεται να δίνει βάρος στη μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη προοπτική.
Την ίδια στιγμή, το κλίμα στις ΗΠΑ αλλάζει. Παρά τους ιστορικούς δεσμούς του Νετανιάχου με την Ουάσινγκτον και το προφίλ του ως «γέφυρας» ανάμεσα στις δύο χώρες, τα τελευταία χρόνια η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται λιγότερο φιλική προς το Ισραήλ. Δημοσκοπήσεις της Gallup δείχνουν μετατόπιση των συμπαθειών στη Μέση Ανατολή, ιδίως μεταξύ των Δημοκρατικών, αλλά και σε τμήμα των Ρεπουμπλικανών. Ο παρατεταμένος πόλεμος που ακολούθησε τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και οι εικόνες από τη Γάζα ενίσχυσαν τη διεθνή απομόνωση του Ισραήλ.
Η νέα σύγκρουση με το Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο τον βασικό αντίπαλο που ο Νετανιάχου θεωρεί υπαρξιακή απειλή, επικαλούμενος το πυραυλικό οπλοστάσιο της Τεχεράνης, το πυρηνικό της πρόγραμμα και τη στήριξή της σε εχθρικές προς το Ισραήλ πολιτοφυλακές. Ο ίδιος δήλωσε ότι η αμερικανική εμπλοκή του επιτρέπει να υλοποιήσει έναν στόχο δεκαετιών: την καταφορά καίριου πλήγματος στο ιρανικό καθεστώς. Το γραφείο του, πάντως, δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα σχολιασμού του Associated Press.
Στο πεδίο, η σύγκρουση δείχνει ήδη σημάδια επικίνδυνης κλιμάκωσης. Ισραηλινές και αμερικανικές δυνάμεις φέρονται να συντονίζονται στενά σε επιθέσεις που στοχεύουν την ιρανική ηγεσία, ακόμη και τον Ανώτατο Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Οι παράπλευρες επιπτώσεις, ωστόσο, είναι αισθητές: απώλειες Αμερικανών στρατιωτών, διακοπές μετακινήσεων, άνοδος των τιμών του πετρελαίου και φόβοι για περαιτέρω επιβάρυνση του κόστους ζωής στις ΗΠΑ.
Παραμένει ασαφές αν η αεροπορική ισχύς αρκεί για την ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας, ποια θα μπορούσε να είναι η επόμενη μέρα και ποιος ρόλος θα αναλογεί σε Ισραήλ και ΗΠΑ. Όπως γράφει ο σχολιαστής Ναδάβ Εγιάλ στη Yediot Ahronoth, αν τα πράγματα εξελιχθούν αρνητικά, το Ισραήλ κινδυνεύει να χάσει το πιο κρίσιμο στήριγμά του: την αμερικανική κοινή γνώμη.
Παρά τους κινδύνους, ο πρώην σύμβουλος Μέσης Ανατολής των ΗΠΑ Aaron David Miller εκτιμά ότι ο Νετανιάχου έχει λίγα να χάσει πολιτικά. Με εκλογές να πλησιάζουν, μπορεί να αξιοποιήσει τον πόλεμο για να μετατοπίσει τη συζήτηση από τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου και να παρουσιαστεί ως ηγέτης που εκπλήρωσε τη διαχρονική του υπόσχεση: να αναμετρηθεί με το Ιράν – με την κάλυψη, και το «φρένο», της Ουάσινγκτον.