Όταν μια πολιτική ηγεσία ανακοινώνει εκεχειρία αλλά οι στρατιωτικές δυνάμεις συνεχίζουν τις επιθέσεις, η πρώτη εξήγηση που προκύπτει είναι η παραπλάνηση. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, η πραγματικότητα ίσως είναι πιο σύνθετη.
Το χάσμα ανάμεσα στις δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας και στις ενέργειες των ενόπλων δυνάμεων φαίνεται να οφείλεται όχι σε οργανωμένη εξαπάτηση, αλλά σε μια στρατιωτική δομή σχεδιασμένη να λειτουργεί ακόμη και χωρίς κεντρική διοίκηση. Σε μια μεγάλη σύγκρουση, οι συνέπειες αυτού του μοντέλου θα μπορούσαν να επηρεάσουν ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η σημερινή δομή των Φρουρών της Επανάστασης διαμορφώθηκε το 2008, όταν ο τότε διοικητής Μοχάμαντ Αλί Τζαφαρί προχώρησε σε εκτεταμένη αναδιοργάνωση. Το σώμα χωρίστηκε σε 31 περιφερειακές διοικήσεις, καθεμία από τις οποίες διαθέτει τη δυνατότητα να αναλαμβάνει στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή ευθύνης της χωρίς να απαιτείται έγκριση από την κεντρική διοίκηση. Η λογική πίσω από τη μεταρρύθμιση ήταν η διασφάλιση ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχίζονται ακόμη και αν η ανώτατη ηγεσία δεχθεί πλήγμα.
Η λεγόμενη στρατηγική «Mosaic Defense» δημιουργήθηκε ακριβώς για αυτόν τον σκοπό: να επιτρέπει στον ιρανικό στρατιωτικό μηχανισμό να συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και σε συνθήκες αποδιοργάνωσης της πολιτικής ηγεσίας. Ωστόσο, αυτή η αποκέντρωση ενέχει και κινδύνους, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως ο Περσικός Κόλπος.
Οι αντιφάσεις γίνονται εμφανείς σε σενάρια όπου η πολιτική ηγεσία ανακοινώνει εκεχειρία, ενώ άλλοι παράγοντες του καθεστώτος δηλώνουν ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα συνεχιστούν. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι Φρουροί της Επανάστασης συχνά υιοθετούν μια διπλή στάση: αναγνωρίζουν τη ρητορική της πολιτικής ηγεσίας, αλλά ταυτόχρονα διατηρούν ανοιχτή την επιλογή επιθέσεων κατά αμερικανικών και ισραηλινών στόχων στην περιοχή. Έτσι, το σύστημα επιτρέπει ταυτόχρονα την επίσημη επίδειξη αυτοσυγκράτησης και τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η ιδιαιτερότητα του ιρανικού κράτους συνδέεται επίσης με τον θεοκρατικό του χαρακτήρα. Η πολιτική και θρησκευτική νομιμοποίηση του καθεστώτος βασίζεται στην αρχή της «velayat-e faqih», δηλαδή στην ανώτατη εξουσία ενός ανώτερου θρησκευτικού ηγέτη. Η απουσία ή εξόντωση αυτού του προσώπου δεν οδηγεί αυτομάτως σε μεταβίβαση εξουσίας, αλλά δημιουργεί ένα θεσμικό κενό μέχρι την εκλογή νέου ηγέτη από τη Συνέλευση των Ειδικών — διαδικασία που θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη σε συνθήκες πολέμου.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι Φρουροί της Επανάστασης θεωρούνται ο θεσμός με τη μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάσει τη μετάβαση εξουσίας, λόγω της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής τους ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν θα μπορούσε να βρεθεί με έναν στρατιωτικό μηχανισμό που λειτουργεί με προκαθορισμένες εντολές, χωρίς σαφή πολιτικό έλεγχο.
Παρά την ανθεκτικότητα αυτής της δομής, η αποτελεσματικότητά της δεν είναι δεδομένη. Η ιρανική στρατηγική πίεσης στην περιοχή, η οποία βασίζεται σε συνεχείς επιθέσεις εναντίον υποδομών στον Κόλπο και αμερικανικών βάσεων, δεν φαίνεται να έχει διασπάσει τη συνοχή των κρατών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC). Αντίθετα, οι χώρες της περιοχής έχουν ενισχύσει τον συντονισμό τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αεράμυνα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, η οποία σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία έχει αναχαιτίσει τη μεγάλη πλειονότητα των επιθέσεων που έχουν εκδηλωθεί. Η επίδοση αυτή αποδίδεται στη μακροχρόνια επένδυση σε συστήματα αεράμυνας και στη στενή συνεργασία με αμερικανικές και ισραηλινές τεχνολογίες.
Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση στην οποία το Ιράν φαίνεται να εξαντλεί σταδιακά τα διαθέσιμα μέσα του, ενώ οι περιφερειακές άμυνες αποδεικνύονται πιο ανθεκτικές από όσο είχε υπολογίσει η Τεχεράνη. Έτσι, ενώ το στρατιωτικό του δόγμα διασφαλίζει τη συνέχιση των επιχειρήσεων ακόμη και σε χαοτικές συνθήκες, δεν εγγυάται απαραίτητα την επίτευξη στρατηγικών στόχων.
Η εμπειρία αυτή αναδεικνύει τα όρια ενός αποκεντρωμένου στρατιωτικού μοντέλου: ένας στρατός σχεδιασμένος να συνεχίζει να πολεμά ανεξάρτητα από την πολιτική καθοδήγηση μπορεί να διατηρεί τη μάχη, αλλά δυσκολεύεται να οδηγηθεί σε μια σαφή έξοδο από τη σύγκρουση. Παράλληλα, η αντίδραση των κρατών του Κόλπου δείχνει ότι ένα καλά οργανωμένο σύστημα άμυνας και συνεργασίας μπορεί να αντέξει ακόμη και απέναντι σε μια στρατηγική που έχει σχεδιαστεί για παρατεταμένη αστάθεια.