Πριν ακόμη οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπολύσουν επιθέσεις κατά του Ιράν, η Τεχεράνη είχε ήδη διαμορφώσει το βασικό στρατηγικό της χαρτί: τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, της σημαντικότερης θαλάσσιας οδού μεταφοράς πετρελαίου στον κόσμο. Σύμφωνα με περιφερειακές πηγές που γνωρίζουν τον σχεδιασμό, η Ισλαμική Δημοκρατία σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας ως μοχλό πίεσης απέναντι σε ισχυρότερους στρατιωτικά αντιπάλους.
Η απειλή περιορισμού της διέλευσης δεξαμενόπλοιων από το Στενό του Ορμούζ αποτελεί διαχρονικό εργαλείο αποτροπής για το Ιράν. Το συγκεκριμένο πέρασμα θεωρείται εξαιρετικά ευάλωτο σημείο για την παγκόσμια οικονομία, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Από την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, η θαλάσσια κυκλοφορία στο σημείο φέρεται να έχει μειωθεί δραματικά, σχεδόν κατά 97%.
Η Τεχεράνη έχει αξιοποιήσει στο παρελθόν παρόμοιες τακτικές. Κατά τον λεγόμενο «Πόλεμο των Δεξαμενόπλοιων» στη διάρκεια της σύγκρουσης Ιράν-Ιράκ τη δεκαετία του 1980, επιθέσεις σε εμπορικά πλοία μετέτρεψαν τον Περσικό Κόλπο σε μια από τις πιο επικίνδυνες θαλάσσιες διαδρομές, αναγκάζοντας τις ΗΠΑ να συνοδεύουν δεξαμενόπλοια για την ασφαλή διέλευσή τους.
Σήμερα όμως το Ιράν διαθέτει πολύ πιο εκτεταμένες δυνατότητες. Μεγάλα αποθέματα πυραύλων χαμηλού κόστους και μη επανδρωμένων αεροσκαφών επιτρέπουν στην Τεχεράνη να απειλεί τη ναυσιπλοΐα σε ευρύτερη περιοχή, διαταράσσοντας τις ενεργειακές ροές χωρίς να χρειάζεται εκτεταμένες επιχειρήσεις ναρκοθέτησης.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η ιρανική στρατηγική βασίζεται στην αναγνώριση της στρατιωτικής υπεροχής των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Αντί για άμεση σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, η Τεχεράνη επιδιώκει να μετατρέψει την αντιπαράθεση σε οικονομική πίεση, πλήττοντας κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και θαλάσσιες οδούς. Στόχος είναι να δημιουργηθούν διεθνείς αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και να αυξηθεί η πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Η προσέγγιση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ασύμμετρου πολέμου: με περιορισμένες στρατιωτικές κινήσεις, το Ιράν επιχειρεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες. Παράλληλα, επιθέσεις με πυραύλους και drones εξαπλώνονται σε όλη την περιοχή του Περσικού Κόλπου, σε μια προσπάθεια διεύρυνσης του πεδίου σύγκρουσης.
Το δόγμα αυτό έχει τις ρίζες του στη στρατηγική των Φρουρών της Επανάστασης, που επί δεκαετίες προετοιμάζονταν για το ενδεχόμενο επίθεσης από ισχυρότερους αντιπάλους. Η διοίκηση των δυνάμεων είναι αποκεντρωμένη, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και μετά από πλήγματα στην ηγεσία.
Παρά τις απώλειες και την ένταση των συγκρούσεων, η βασική επιδίωξη της Τεχεράνης παραμένει η επιβίωση του καθεστώτος και η διατήρηση της στρατηγικής της επιρροής. Μέσω της πίεσης στις ενεργειακές ροές και της επέκτασης της σύγκρουσης πέρα από τα σύνορά της, το Ιράν επιχειρεί να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από έναν ισχυρότερο αντίπαλο και να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει την πολιτική πίεσης που ασκεί.