Προθεσμία για να απολογηθεί την Τρίτη 17 Μαρτίου έλαβε ο 23χρονος που κατηγορείται για το φονικό επεισόδιο το οποίο σημειώθηκε το βράδυ της περασμένης Πέμπτης στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός 20χρονου.
Σε βάρος του 23χρονου ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία με πρόθεση σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για παράνομη οπλοκατοχή και οπλοχρησία σε βαθμό πλημμελήματος. Η εισαγγελέας ποινικής δίωξης τον παρέπεμψε να απολογηθεί ενώπιον της 1ης τακτικής ανακρίτριας Θεσσαλονίκης, από την οποία ζήτησε και έλαβε προθεσμία. Μέχρι την απολογία του παραμένει υπό κράτηση.
Σύμφωνα με δικαστικές πηγές, το αιματηρό περιστατικό φαίνεται να είχε οπαδική διάσταση. Στο πλαίσιο αυτό ασκήθηκε δίωξη, με βάση τις διατάξεις του νέου Αθλητικού Νόμου, και σε βάρος δύο ακόμη προσώπων που βρίσκονταν μαζί με το 20χρονο θύμα και περιλαμβάνονται στην ίδια δικογραφία.
Οι κατηγορίες που τους αποδίδονται είναι σε βαθμό πλημμελήματος και αφορούν τη διακεκριμένη περίπτωση επικίνδυνης σωματικής βλάβης, καθώς και την κατοχή αντικειμένων που μπορούν να προκαλέσουν σωματική βλάβη, πράξεις που φέρεται να τελέστηκαν από κοινού και υπό τις επιβαρυντικές διατάξεις του Αθλητικού Νόμου. Από τα δύο αυτά πρόσωπα, το ένα έχει ήδη ταυτοποιηθεί από τις Αρχές, ενώ το δεύτερο παραμένει άγνωστο. Αναμένεται να κληθούν από την ανακρίτρια που χειρίζεται την υπόθεση, προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις για τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.
Οι ίδιες δικαστικές πηγές απέκλεισαν το ενδεχόμενο το φονικό να συνδέεται με την υπόθεση των αυτοαποκαλούμενων «αυτόκλητων τιμωρών παιδόφιλων», δικογραφία που είχε σχηματιστεί πρόσφατα από τις αστυνομικές Αρχές της Θεσσαλονίκης και στην οποία φερόταν να εμπλέκεται και το 20χρονο θύμα.
Κατά την προανακριτική του εξέταση από στελέχη της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βόρειας Ελλάδας, ο 23χρονος φέρεται να υποστήριξε ότι δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από τουλάχιστον τρία άτομα, τα οποία –όπως είπε– δεν γνώριζε. Σύμφωνα με τον ίδιο, το περιστατικό σημειώθηκε σε κοντινή απόσταση από το σπίτι του, προς το οποίο κατευθυνόταν εκείνη την ώρα. Όπως κατέθεσε, δύο ακόμη άτομα βρίσκονταν λίγο πιο μακριά και παρακολουθούσαν την επίθεση εις βάρος του. Στη δικογραφία περιλαμβάνεται και κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα που περιγράφει το αιματηρό περιστατικό.
Ο κατηγορούμενος φέρεται να ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε χτυπήματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στο σώμα, ορισμένα από τα οποία –όπως είπε– έγιναν με σφυρί. Για τον λόγο αυτό ζήτησε τη διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης, η οποία πραγματοποιήθηκε και εντάχθηκε στη δικογραφία. Σύμφωνα με πληροφορίες, από την εξέταση προκύπτει ότι φέρει κακώσεις στην περιοχή του προσώπου, ράμματα στο κεφάλι από θλαστικά τραύματα, καθώς και πολλαπλές εκδορές στα κάτω άκρα.
Σε ό,τι αφορά την ανθρωποκτονία, ο 23χρονος φέρεται να υποστήριξε ότι, ενώ είχε πέσει στο έδαφος, χτύπησε με μαχαίρι τον 20χρονο, ενεργώντας –όπως ισχυρίστηκε– σε καθεστώς άμυνας, χωρίς να γνωρίζει ούτε ποιον χτυπούσε ούτε σε ποιο σημείο. Το μαχαίρι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ανήκε στον ίδιο, ο οποίος φέρεται να δικαιολόγησε την κατοχή του επικαλούμενος την εργασία του.
Από τα ιατροδικαστικά ευρήματα προκύπτει ότι ο 20χρονος κατέληξε εξαιτίας μεγάλης απώλειας αίματος, η οποία προκλήθηκε από ρήξη του τοιχώματος της καρδιάς λόγω πλήγματος από τέμνον και νύσσον όργανο, δηλαδή μαχαίρι. Το τραύμα αυτό εκτιμάται ότι ήταν το καίριο πλήγμα που δέχθηκε το θύμα. Από τη διαδικασία της νεκροψίας – νεκροτομής, σε συνδυασμό με αξονική τομογραφία, διαπιστώθηκε επίσης δεύτερο τραύμα στη δεξιά μασχαλιαία χώρα.
Παράλληλα, το ιατροδικαστικό πόρισμα καταγράφει θλαστικά τραύματα στην περιοχή της κεφαλής, με κυριότερο κάταγμα στη δεξιά ζυγωματική χώρα.
Η εξέταση πραγματοποιήθηκε στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, παρουσία και ιατροδικαστή – τεχνικού συμβούλου που ορίστηκε από την οικογένεια του 20χρονου. Σε δήλωσή της, η διευθύντρια του εργαστηρίου Λήδα Κοβάτση ευχαρίστησε τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη και τη γενική γραμματέα Υπηρεσιών Υγείας Λίλιαν Βιλδιρίδη, οι οποίοι –όπως ανέφερε– συνέβαλαν ώστε να πραγματοποιηθεί άμεσα η αξονική τομογραφία της σορού, προκειμένου να παραδοθεί εγκαίρως στους οικείους του θύματος.