Ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο απευθείας διαπραγματεύσεων με το Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης, υπογραμμίζοντας ότι βασική προϋπόθεση οποιασδήποτε συμφωνίας παραμένει η δέσμευση της Τεχεράνης να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Οι δηλώσεις του έρχονται σε μια περίοδο που η διπλωματική κινητικότητα έχει επιβραδυνθεί, μετά και την ακύρωση προγραμματισμένης επίσκεψης Αμερικανών αξιωματούχων στο Ισλαμαμπάντ.
Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί εντείνει τις επαφές με περιφερειακούς διαμεσολαβητές, ενώ έχει μεταβεί στη Ρωσία για συνομιλίες με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση των μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου που ξέσπασε νωρίτερα μέσα στο έτος.
Οι προσπάθειες επανεκκίνησης των συνομιλιών σκοντάφτουν στο έντονο έλλειμμα εμπιστοσύνης. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η Τεχεράνη πρότεινε την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την αναβολή της πυρηνικής ατζέντας, χωρίς μέχρι στιγμής επίσημη απάντηση από την Ουάσιγκτον. Η μερική διακοπή της ναυσιπλοΐας στην κρίσιμη αυτή αρτηρία συνεχίζει να επηρεάζει την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Παράλληλα, το Ιράν επιμένει στο δικαίωμά του για εμπλουτισμό ουρανίου, ενώ οι ΗΠΑ ζητούν αυστηρούς περιορισμούς ώστε να αποκλειστεί η στρατιωτική αξιοποίησή του. Οι διαφορές αυτές καθιστούν δύσκολη την επίτευξη κοινού πλαισίου.
Σε περιφερειακό επίπεδο, οι διπλωματικές πρωτοβουλίες εντείνονται, με επαφές στο Ομάν και το Πακιστάν να επικεντρώνονται στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και σε πιθανά μέτρα αποκλιμάκωσης. Την ίδια ώρα, η προσέγγιση Τεχεράνης–Μόσχας υποδηλώνει ενίσχυση των συμμαχιών απέναντι στη δυτική πίεση.
Η σύγκρουση ασκεί αυξανόμενη πίεση και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, καθώς οι επιπτώσεις στην οικονομία και οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας εντείνουν την ανάγκη για λύση. Το Ιράν, παρά τις απώλειες, διατηρεί διαπραγματευτικά χαρτιά μέσω της επιρροής του στις ενεργειακές ροές.
Οι εξελίξεις συνδέονται και με τη γενικότερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή, με εντάσεις μεταξύ Ισραήλ και της Χεζμπολά να συνεχίζονται, περιπλέκοντας περαιτέρω το τοπίο.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το αδιέξοδο αντικατοπτρίζει αντικρουόμενες προτεραιότητες: η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια συνολική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα και την περιφερειακή επιρροή του Ιράν, ενώ η Τεχεράνη δίνει έμφαση στην άρση των κυρώσεων και στις εγγυήσεις ασφάλειας. Χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις, η κρίση ενδέχεται να παραταθεί, με αυξανόμενο κόστος για τη διεθνή σταθερότητα και την παγκόσμια οικονομία.