Αντιμέτωπος με τις νέες εμπορικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς φαίνεται να υιοθετεί πιο συμβιβαστική στάση απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, σε μια προσπάθεια να αποκλιμακωθεί η ένταση στις διατλαντικές σχέσεις.
Οι εξελίξεις πυροδοτήθηκαν μετά την απόφαση του Αμερικανού προέδρου να επιβάλει αυξημένους δασμούς στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά και τις απειλές για μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Γερμανία. Οι κινήσεις αυτές ήρθαν στον απόηχο της δημόσιας κριτικής που είχε ασκήσει ο Μερτς στον χειρισμό της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Ιράν.
Όπως σημειώνει σε ανάλυσή του το Politico, παρά τη σοβαρότητα των εξελίξεων, η γερμανική κυβέρνηση επιλέγει να χαμηλώσει τους τόνους, επιδιώκοντας τη διατήρηση της συνεργασίας με την Ουάσινγκτον. Εκπρόσωποι του Βερολίνου υποβαθμίζουν τα σενάρια άμεσης κλιμάκωσης, σημειώνοντας ότι οι επόμενες επαφές σε ανώτατο επίπεδο αναμένονται στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής της G7 στα μέσα Ιουνίου.
Ο Φρίντριχ Μερτς εμφανίζεται να αναγνωρίζει τις αμερικανικές αιτιάσεις στο εμπορικό πεδίο, επισημαίνοντας ότι οι καθυστερήσεις από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οριστικοποίηση της συμφωνίας του Turnberry έχουν προκαλέσει δυσαρέσκεια στην Ουάσινγκτον. Τόνισε, μάλιστα, την ανάγκη ταχείας ολοκλήρωσης της συμφωνίας, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω εντάσεις.
Ανάλογη μετατόπιση καταγράφεται και στη ρητορική του Βερολίνου για το ζήτημα του Ιράν, με τη γερμανική πλευρά να υπογραμμίζει πλέον τη σημασία της συνεργασίας με τις ΗΠΑ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και τον κοινό στόχο αποτροπής απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη.
Ωστόσο, η στάση αυτή δεν είναι ομόφωνα αποδεκτή στο εσωτερικό της γερμανικής κυβέρνησης. Στελέχη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος εκφράζουν έντονο προβληματισμό και ζητούν πιο δυναμική απάντηση απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, ακόμη και με την αξιοποίηση εμπορικών αντιμέτρων από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την ίδια ώρα, η πιθανή αποχώρηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη Γερμανία αντιμετωπίζεται από το Βερολίνο ως ευκαιρία για ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, με κυβερνητικούς αξιωματούχους να τονίζουν την ανάγκη ανάληψης μεγαλύτερης ευθύνης από τα ευρωπαϊκά κράτη.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της γερμανικής στάσης διαδραματίζουν και οι πιέσεις της βιομηχανίας, ιδίως του κλάδου της αυτοκινητοβιομηχανίας, ο οποίος προειδοποιεί για σοβαρές επιπτώσεις από την επιβολή νέων δασμών σε μια ήδη δύσκολη οικονομική συγκυρία.
Παρά τις εντάσεις, στο Βερολίνο εκτιμούν ότι η κρίση μπορεί να εκτονωθεί, ποντάροντας τόσο στις εσωτερικές ισορροπίες στις ΗΠΑ όσο και στη διαχρονική σημασία των διατλαντικών σχέσεων.