Από τα καμπαρέ της Βαϊμάρης μέχρι τη «Νεολαία του Σουίνγκ» την περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού, η τζαζ και το σουίνγκ εξελίχθηκαν σε σύμβολα αντίστασης κατά των Ναζί.
Στη Γερμανία η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η δεκαετία του 1920 θεωρούνται ακόμη και σήμερα μια «χρυσή εποχή» πολιτισμού και καλλιτεχνικής ελευθερίας. Παρά την οικονομική κρίση και την πολιτική αστάθεια, πόλεις όπως το Βερολίνο μετατράπηκαν σε κέντρα πρωτοπορίας, με καμπαρέ, θέατρα και έντονη νυχτερινή ζωή. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «καλλιτεχνικού εξωραϊσμού» της εποχής εκείνης θα μπορούσε να βρει κανείς και στην πρόσφατη πετυχημένη σειρά Βabylon Berlin. Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα άνθισε και η τζαζ, η μουσική που είχε γεννηθεί στις αφροαμερικανικές κοινότητες των ΗΠΑ και έφτασε στην Ευρώπη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις μεγάλες πόλεις όπως το Βερολίνο, γεμάτες υπόγεια μπαρ, καμπαρέ και έντονη νυχτερινή ζωή, το νέο μουσικό είδος έγινε εξαιρετικά δημοφιλές: Η Ζοζεφίν Μπέικερ, που είχε ήδη γνωρίσει μεγάλη επιτυχία στο Παρίσι, προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο το 1926, ενώ τη δεκαετία του 1930 η μουσική των Λούις Άρμστρονγκ και Ντιουκ Έλινγκτον είχε εδραιωθεί και στη Γερμανία.
«Εκφυλισμένη μουσική» η τζαζ για τους Ναζί
Η άνοδος όμως του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία το 1933 άλλαξε ριζικά και το καλλιτεχνικό τοπίο. Το ναζιστικό καθεστώς επεδίωξε να θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του κάθε πτυχή της κοινωνίας, από την πολιτική μέχρι την τέχνη και τη μουσική. Μέσω της «Γκλάιχσαλτουνγκ», δηλαδή της πλήρους ευθυγράμμισης με τη ναζιστική ιδεολογία, μόνο οι καλλιτέχνες που ήταν ενταγμένοι σε κρατικά ελεγχόμενους φορείς μπορούσαν να εργάζονται.
Το 1937 και το 1938 οι Ναζί εισήγαγαν τους όρους «εκφυλισμένη τέχνη» και «εκφυλισμένη μουσική» για να ξεφορτωθούν καλλιτέχνες και έργα που δεν ταίριαζαν με το ναζιστικό ιδεώδες περί τέχνης και άριας φυλής. Η τζαζ στοχοποιήθηκε ως «εκφυλισμένη μουσική», καθώς οι ρίζες της είναι αφροαμερικανικές, αλλά και επειδή πολλοί μουσικοί και παραγωγοί ήταν Εβραίοι. Μέχρι το 1935 είχε απαγορευτεί η ραδιοφωνική μετάδοση της τζαζ, την οποία οι Ναζί θεωρούσαν κατώτερη λόγω της προέλευσής της.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έκανε την εμφάνισή του το κίνημα της «Νεολαίας του Σουίνγκ» στο Αμβούργο το 1939, το οποίο γρήγορα εξαπλώθηκε και σε άλλες πόλεις, και φυσικά στο Βερολίνο. Για τη «Νεολαία του Σουίνγκ», η τζαζ έγινε μέσο αντίστασης.
Οι νεαροί αυτοί άκουγαν σουίνγκ, ντύνονταν «αμερικάνικα» και απέρριπταν την κουλτούρα της Χιτλερικής Νεολαίας. Ο όρος «Νεολαία του Σουίνγκ» πιθανότατα προήλθε από τις ίδιες τις αρχές που τους καταδίωκαν, ως χαρακτηρισμός για νέους που απομακρύνονταν από το ναζιστικό καθεστώς μέσω της αγάπης τους για τη μουσική σουίνγκ. Η ιστορικός Μάσα Βίλκε από το Ίδρυμα Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον επισημαίνει σε συνέντευξή της στην DW ότι οι νέοι αυτοί «υπερασπίζονταν μια μορφή ελευθερίας, αντιστεκόμενοι στην ιδέα ότι όλοι πρέπει να είναι ίδιοι».
Αν και η αντίσταση της «Νεολαίας του Σουίνγκ» ήταν περισσότερο πολιτιστική παρά πολιτική, το καθεστώς τη θεώρησε απειλή. Τα μέλη του κινήματος παρακολουθούνταν από τις υπηρεσίες ασφαλείας των Ναζί, οι οποίες τους κατηγορούσαν ότι «νοσταλγούσαν τη δημοκρατική ελευθερία και την αμερικανική ανεμελιά». Φέτος, στις αρχές του Μαΐου, 81 χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Ίδρυμα Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον διοργάνωσε μάλιστα και μία εκδήλωση για να τιμήσει ακριβώς αυτό: τη συμβολή της τζαζ και του σουίνγκ στην αντίσταση απέναντι στον Εθνικοσοσιαλισμό.
Πηγή: Deutsche Welle