Σε μια αποφασιστική κίνηση για τη μείωση της στρατηγικής της εξάρτησης από τις αμερικανικές τεχνολογικές υποδομές προχωρά η Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό τον φόβο ότι οι διεθνείς εμπορικές εντάσεις και η γεωπολιτική αστάθεια μετατρέπουν τις ψηφιακές ελλείψεις σε μείζονα απειλή.
Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ολοκληρώνει ένα ολοκληρωμένο πακέτο πρωτοβουλιών με στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής «τεχνολογικής κυριαρχίας», το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί επίσημα στις 3 Ιουνίου.
Η νέα αυτή στρατηγική εστιάζει σε νευραλγικούς τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα κέντρα δεδομένων, οι ημιαγωγοί, το λογισμικό και οι υπηρεσίες cloud.
Σύμφωνα με προσχέδιο του σχεδιασμού, η Κομισιόν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι ο κατακερματισμός της παγκόσμιας αγοράς και η εργαλειοποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων ως μέσου πολιτικής πίεσης καθιστούν τις υφιστάμενες τεχνολογικές εξαρτήσεις σοβαρή αχίλλειο πτέρνα για την Ευρώπη.
Αν και οι τελικές ρυθμίσεις τελούν υπό διαμόρφωση, το πλάνο των Βρυξελλών ξεδιπλώνεται σε τέσσερις κεντρικούς άξονες.
Οι τέσσερις πυλώνες της ευρωπαϊκής ψηφιακής αυτονόμησης
Η πρώτη παρέμβαση στοχεύει στον έλεγχο των κρατικών υποδομών. Η Επιτροπή εισηγείται τον ενδελεχή έλεγχο των ψηφιακών συστημάτων της δημόσιας διοίκησης των κρατών-μελών, ώστε να διαπιστωθεί ο βαθμός εξάρτησής τους από ξένους παρόχους cloud.
Στόχος είναι η θωράκιση των κυβερνήσεων απέναντι στον κίνδυνο ενός ξαφνικού αποκλεισμού από τις ξένες εταιρείες, δίνοντας στα κράτη τη δυνατότητα να αποκλείουν αμερικανικούς κολοσσούς από ευαίσθητους δημόσιους διαγωνισμούς, αν και η τελική εφαρμογή των μέτρων αυτών θα παραμείνει στη διακριτική ευχέρεια της κάθε χώρας.
Δεύτερος άξονας είναι η αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας μικροτσίπ μέσω της επικαιροποίησης του Ευρωπαϊκού Νόμου για τα Μικροτσίπ (Chips Act) του 2023.
Η Κομισιόν επιδιώκει να επιταχύνει τις αδειοδοτήσεις και να διευκολύνει τη χρηματοδότηση μεγάλων εργοστασίων, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την απλή κατασκευή κτιρίων στην πραγματική αύξηση της παραγωγής, ώστε να αποφευχθούν μελλοντικές ελλείψεις που στο παρελθόν παρέλυσαν την αυτοκινητοβιομηχανία και την παραγωγή ιατρικού εξοπλισμού.
Ο τρίτος πυλώνας αφορά τη στροφή σε λογισμικό ανοικτού κώδικα (open source). Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι οι δημόσια διαθέσιμες τεχνολογίες προσφέρουν καλύτερο έλεγχο των δεδομένων και απεγκλωβίζουν την αγορά από μονοπωλιακούς προμηθευτές.
Αυτή τη στιγμή, η ΕΕ δαπανά περίπου 264 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για ιδιόκτητο λογισμικό, το οποίο στην πλειονότητά του προέρχεται από τις ΗΠΑ, και στόχος είναι η χρηματοδοτική στήριξη ευρωπαϊκών εναλλακτικών λύσεων.
Επενδυτικό μαμούθ για την επίτευξη του στόχου
Η υλοποίηση αυτού του φιλόδοξου σχεδίου απαιτεί τεράστια κεφάλαια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι μέχρι το 2036 θα απαιτηθούν περίπου 200 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο για την αναβάθμιση των ευρωπαϊκών κέντρων δεδομένων.
Επιπλέον, κρίνονται αναγκαία 2 δισεκατομμύρια ευρώ για την έρευνα στον κλάδο, καθώς και 20 δισεκατομμύρια ευρώ από δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους για την ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ενέργειας.
Προκειμένου να καλυφθούν αυτές οι ανάγκες, η ΕΕ ποντάρει στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, σχεδιάζοντας τη δημιουργία ειδικών «ζωνών επιτάχυνσης» και περιφερειών τεχνολογικής αριστείας που θα καταστήσουν την ευρωπαϊκή αγορά ελκυστική.
Η στρατηγική αυτή αναδεικνύει την απόφαση της Ευρώπης να αντιμετωπίσει τις ψηφιακές υποδομές όχι απλώς ως εμπορικό προϊόν, αλλά ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και γεωπολιτικής ισχύος.