Η 1η Σεπτεμβρίου 1939 θεωρείται συμβατικά η ημερομηνία έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία και λίγες ημέρες αργότερα Βρετανία και Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στο Βερολίνο. Ωστόσο, η παγκόσμια σύγκρουση δεν γεννήθηκε μέσα σε μία ημέρα.
Είχε προηγηθεί μια σειρά περιφερειακών πολέμων και κρίσεων, από την ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία και την ιταλική επίθεση στην Αιθιοπία έως τον Ισπανικό Εμφύλιο και την επεκτατική πολιτική της Γερμανίας στην Ευρώπη.
Το ανησυχητικό σήμερα είναι ότι ανάλογες επιμέρους κρίσεις φαίνεται να αλληλοσυνδέονται. Από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έως την Ταϊβάν και την Κορεατική Χερσόνησο, στρατιωτικές συγκρούσεις, συμμαχίες και οικονομικές αντιπαραθέσεις δημιουργούν ένα ολοένα πιο σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η Ουκρανία ως εργαστήριο του πολέμου του 21ου αιώνα
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν εξελίχθηκε όπως αρχικά εκτιμούσε το Κρεμλίνο. Το Κίεβο δεν έπεσε, η ουκρανική ηγεσία παρέμεινε στη χώρα και οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας προσαρμόστηκαν γρήγορα στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου πολέμου.
Παράλληλα, το ουκρανικό μέτωπο εξελίχθηκε σε πεδίο ταχύτατης ανάπτυξης νέων στρατιωτικών τεχνολογιών. Φθηνά drones, τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρονικός πόλεμος και πλήγματα μεγάλης εμβέλειας έχουν αλλάξει τα δεδομένα στο πεδίο της μάχης.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι ο πόλεμος δεν έμεινε απομονωμένος. Οι εξελίξεις στην Ουκρανία συνδέθηκαν σταδιακά με τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας αλληλεξαρτήσεις που επηρεάζουν τις στρατιωτικές δυνατότητες και των δύο πλευρών.
Η Ουκρανία έχει πραγματοποιήσει επιθέσεις σε περιοχές της Κασπίας με στόχο τη διατάραξη της μεταφοράς ιρανικού στρατιωτικού υλικού προς τη Ρωσία. Την ίδια στιγμή, η χρήση αμερικανικών και δυτικών πυραύλων αναχαίτισης στη Μέση Ανατολή περιορίζει τα διαθέσιμα αποθέματα για την Ουκρανία. Έτσι, δύο διαφορετικά μέτωπα αρχίζουν να επηρεάζουν το ένα το άλλο.
Ένας νέος γεωπολιτικός συνασπισμός
Την ίδια στιγμή, η συνεργασία μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Βόρειας Κορέας αποκτά όλο και πιο πρακτικό χαρακτήρα.
Η Βόρεια Κορέα έχει προσφέρει στη Μόσχα μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών και ανθρώπινο δυναμικό, ενώ η Ρωσία μπορεί να ανταποδώσει με στρατιωτική τεχνογνωσία και τεχνολογίες. Η Κίνα αποτελεί σημαντική πηγή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και τεχνολογιών διπλής χρήσης για τη ρωσική πολεμική βιομηχανία, ενώ το Ιράν έχει προμηθεύσει τη Ρωσία με τεχνολογία και μέσα που αξιοποιούνται στο ουκρανικό μέτωπο.
Το αποτέλεσμα είναι ένα δίκτυο αλληλοϋποστήριξης, στο οποίο κάθε χώρα διαθέτει διαφορετικές δυνατότητες. Πυρομαχικά, drones, ηλεκτρονικά, πρώτες ύλες, πληροφορίες και στρατιωτική τεχνογνωσία μπορούν να συνδυαστούν σε μια ευρύτερη στρατηγική.
Σε περίπτωση μιας σοβαρής κρίσης στην Ταϊβάν, η Ρωσία δεν θα ήταν απαραίτητο να εμπλακεί με χερσαίες δυνάμεις. Η υποστήριξή της θα μπορούσε να αφορά πληροφορίες, τεχνολογία, πρώτες ύλες, πυραυλικά συστήματα ή τη δραστηριότητα του ρωσικού στόλου στον Ειρηνικό.
Η Δύση αντιμέτωπη με εσωτερικές αντιθέσεις
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Δύσης αφορά την ίδια τη συνοχή της. Οι ΗΠΑ πιέζουν τους συμμάχους τους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ανησυχούν για το κατά πόσο μπορούν να θεωρούν δεδομένες τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Παράλληλα, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις της Ουάσινγκτον με συμμάχους της δημιουργούν πρόσθετες τριβές. Η Ευρώπη και ο Καναδάς έχουν πράγματι επενδύσει επί δεκαετίες λιγότερα στην άμυνα, στηριζόμενοι σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Ωστόσο, η επιδείνωση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ συμμάχων μπορεί να αποδυναμώσει το ίδιο το δίκτυο συνεργασίας που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της Δύσης.
Τα αποθέματα όπλων δεν είναι ανεξάντλητα
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε επίσης τις περιορισμένες δυνατότητες της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας να ανταποκριθεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο υψηλής έντασης.
Πύραυλοι, βλήματα πυροβολικού, αντιαεροπορικά συστήματα, ανταλλακτικά και πολεμικά πλοία απαιτούν χρόνο και τεράστιες επενδύσεις για να παραχθούν. Η εμπειρία της Ουκρανίας έδειξε παράλληλα ότι συστήματα υψηλού κόστους μπορεί να βρεθούν ευάλωτα απέναντι σε πολύ φθηνότερα drones.
Η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτερα από τα στρατιωτικά δόγματα και τις δυνατότητες παραγωγής. Σε περίπτωση ταυτόχρονης εκδήλωσης πολλών κρίσεων, οι περιορισμοί αυτοί θα μπορούσαν να αποκτήσουν καθοριστική σημασία.
Η οικονομία ως παράγοντας αποσταθεροποίησης
Πέρα από τα στρατιωτικά μέτωπα, σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η παγκόσμια οικονομία. Η εκρηκτική ανάπτυξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη έχει δημιουργήσει υψηλές αποτιμήσεις και προσδοκίες, ενώ το αμερικανικό δημόσιο χρέος παραμένει ιδιαίτερα υψηλό.
Μια σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση, μια βαθιά ύφεση ή αναταράξεις στις μεγάλες οικονομίες θα μπορούσαν να περιορίσουν την ικανότητα των δυτικών κυβερνήσεων να χρηματοδοτήσουν εξωτερικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Σε τέτοιες συνθήκες, οι δημοκρατίες μπορεί να στραφούν περισσότερο προς τα εσωτερικά τους προβλήματα, ενώ αυταρχικά καθεστώτα θα μπορούσαν να αντιληφθούν την κατάσταση ως ευκαιρία για την προώθηση των γεωπολιτικών τους στόχων.
Ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος χωρίς επίσημη κήρυξη;
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως βρίσκεται στο γεγονός ότι μια μελλοντική παγκόσμια σύγκρουση δεν θα μοιάζει απαραίτητα με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δεν χρειάζεται να υπάρξει μία συγκεκριμένη ημέρα έναρξης, μία επίσημη κήρυξη πολέμου ή ένα μοναδικό μέτωπο. Μπορεί να ξεκινήσει με έναν πόλεμο στην Ευρώπη, να επεκταθεί μέσω μιας περιφερειακής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και στη συνέχεια να συνδεθεί με μια κρίση γύρω από την Ταϊβάν.
Το κρίσιμο στοιχείο θα είναι ο βαθμός στον οποίο αυτές οι κρίσεις θα αρχίσουν να αλληλοτροφοδοτούνται μέσω συμμαχιών, όπλων, τεχνολογίας, ενέργειας και οικονομικών πιέσεων.
Όπως και στη δεκαετία του 1930, κάθε κρίση μπορεί αρχικά να φαίνεται διαχειρίσιμη και περιορισμένη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, όμως, αρχίζει όταν οι επιμέρους συγκρούσεις πάψουν να είναι πραγματικά «περιφερειακές» και μετατραπούν σε τμήματα μιας ενιαίας παγκόσμιας αντιπαράθεσης.