Πίσω από την είδηση του Reuters για την επικείμενη προμήθεια 400 κινεζικών φορητών αντιαεροπορικών συστημάτων (MANPADS) από το Ιράν, δεν κρύβεται απλώς μια ακόμα αγορά εξοπλισμών, αλλά μια βαθύτερη γεωστρατηγική μετατόπιση.
Προστατευμένη από την παρουσία δυτικών ναυτικών δυνάμεων και μακριά από τα ενεργά πολεμικά μέτωπα, λειτουργούσε ως ζωτική αρτηρία για τη Ρωσία και το Ιράν, ιδίως μετά τις κυρώσεις της Δύσης.
Η πρωτοφανής αυτή ουκρανική επιχείρηση στην Κασπία ερμηνεύεται από στρατιωτικούς αναλυτές ως μια στρατηγική κίνηση του Κιέβου να «πατήσει» πάνω στις εντάσεις ΗΠΑ - Ιράν στη Μέση Ανατολή.
Για δεκαετίες, η γεωπολιτική ισχύς μετριόταν με στόλους, στρατιωτικές βάσεις, ενεργειακούς αγωγούς και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών. Στον 21ο αιώνα, όμως, αναδύεται ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού: Τα δεδομένα!
Οι δύο μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις της εποχής μας, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, παύουν πλέον να εξελίσσονται παράλληλα και αρχίζουν να διασταυρώνονται επικίνδυνα.
Η πεποίθηση που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα στις αγορές και στους αναλυτές, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος υποχωρεί πάντα όταν πιέζεται, φαίνεται αυτή τη φορά να διαψεύδεται, καθώς η Ουάσιγκτον βρίσκεται εγκλωβισμένη χωρίς εύκολες επιλογές.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η ισραηλινή τακτική στη Συρία, με τον πρώην σύμβουλο της τουρκικής προεδρίας, Γιασίν Ακτάι, να υποστηρίζει ότι το Τελ Αβίβ επιδιώκει την αποσταθεροποίηση και τον κατακερματισμό της γειτονικής χώρας.
Η συμφωνία που προώθησε ο πρόεδρος Τραμπ δεν αφορά μόνο την ενεργειακή συνεργασία, αλλά ενδέχεται να δημιουργήσει προηγούμενο με ευρύτερες επιπτώσεις στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η μείωση της ιρανικής ισχύος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ασφαλέστερη Αν. Μεσόγειο. Εάν η Τουρκία καλύψει μέρος του γεωπολιτικού κενού, η Άγκυρα θα αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος απέναντι στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη και θα επιχειρήσει να μετατρέψει τον περιφερειακό της ρόλο σε νέα γεωπολιτική ασυλία.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, ενδεχόμενη μόνιμη κυριαρχία είτε του Ιράν είτε των ΗΠΑ στη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό θα μπορούσε να ανατρέψει τη μέχρι σήμερα αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, με σοβαρές συνέπειες για το διεθνές εμπόριο και το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεχθεί, ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μπορεί να υπερισχύει του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και των υποχρεώσεων απέναντι στα κράτη-μέλη της, τότε η εξαίρεση κινδυνεύει να μετατραπεί σε κανόνα. Και όταν οι εξαιρέσεις γίνονται κανόνας, η αξιοπιστία των θεσμών αρχίζει να διαβρώνεται από μέσα.
Η επαναλειτουργία της στρατηγικής θαλάσσιας οδού θεωρείται καθοριστική για τη σταθεροποίηση των διεθνών ενεργειακών αγορών, ωστόσο οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι προκλήσεις δεν έχουν εκλείψει.
Σύμφωνα με ανάλυση του Atlantic Council, η Ουάσιγκτον στοχεύει στην πλήρη ενσωμάτωση της περιοχής στη νέα ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική. Μέσα από τη δημιουργία δικτύων φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού, οι υποδομές αντιμετωπίζονται πλέον ως εγγυητές οικονομικής σύγκλισης και πολιτικής σταθερότητας.
Παρά τις εκτιμήσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών που υποβαθμίζουν τη συνοχή αυτού του μετώπου λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων, η πραγματικότητα δείχνει ότι οι διμερείς, άτυπες συμφωνίες τους αποδεικνύονται εξαιρετικά αποτελεσματικές.
Μέσω ενός δικτύου που περιλαμβάνει κρατικές υπηρεσίες, διπλωματικούς διαύλους, φιλικά μέσα ενημέρωσης και εκκλησιαστικούς κύκλους, η Μόσχα επιχειρεί να παρουσιάσει το Πατριαρχείο ως «παράγοντα αστάθειας», πλήττοντας την ενότητα της Ορθοδοξίας.
Νέες ισορροπίες τρόμου στη Μέση Ανατολή διαμορφώνουν οι πρόσφατες, εντυπωσιακές δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίες γίνονται με φόντο το υπό διαμόρφωση μνημόνιο κατανόησης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Οι πρόσφατες διπλωματικές κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και οι εσωτερικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η συμμαχία Quad αναζωπυρώνουν τη διεθνή συζήτηση για το μέλλον της ασφάλειας στην κρίσιμη περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
Για μερίδα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, ο τερματισμός των εχθροπραξιών ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής που θα επηρεάσει την περιφερειακή επιρροή του Ισραήλ, θα δοκιμάσει τη συμμαχία του με τις ΗΠΑ και θα εντείνει τις πιέσεις προς την κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Πρόκειται για την πρώτη επίσημη συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, ανοίγει τον δρόμο για σταθερότητα και αποκλιμάκωση στην περιοχή.