Έναν χρόνο μετά τις διακηρύξεις του στον ΟΗΕ περί «πλήρους εξάρθρωσης» του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ επιστρέφει στη Γενική Συνέλευση αντιμέτωπος με ένα επιφυλακτικό διεθνές ακροατήριο.
Ο πόλεμος μεταξύ των αμερικανικών δυνάμεων και της Τεχεράνης έχει συμπληρώσει ήδη έξι μήνες, με τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές να έχουν προκαλέσει μόνο προσωρινές καθυστερήσεις στο ιρανικό πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, αντί της οριστικής καταστροφής που είχε υποσχεθεί ο Αμερικανός πρόεδρος.
Η κρίση επιδεινώνεται περαιτέρω από τις παράλληλες εξελίξεις στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης, σύμμαχοι του Ιράν, κατέλαβαν κρίσιμα περάσματα στα Στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ενισχύοντας τον έλεγχό τους στη ναυσιπλοΐα και προκαλώντας νέα κατακόρυφη αύξηση στις διεθνείς τιμές της ενέργειας. Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη συνεχίζει να παρακωλύει τις μεταφορές πετρελαίου στα Στενά του Ορμούζ.
Η αδυναμία της Ουάσιγκτον να προστατεύσει τους εταίρους της στον Κόλπο, όπως τη Σαουδική Αραβία, έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη των συμμάχων της, ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες αρνούνται να συνδράμουν στρατιωτικά σε μια σύγκρουση για την οποία δεν ενημερώθηκαν εκ των προτέρων.
Στο εσωτερικό μέτωπο, οι υψηλές τιμές των καυσίμων και η παρατεταμένη εμπλοκή απειλούν να πλήξουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Παρά τις δηλώσεις του Τραμπ ότι ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του, αναλυτές εκτιμούν ότι η σύγκρουση εξελίσσεται σε μια δαπανηρή μάχη φθοράς χωρίς ορατή διέξοδο, η οποία μειώνει τα στρατιωτικά αποθέματα των ΗΠΑ και αυξάνει το πολιτικό κόστος για τον Αμερικανό πρόεδρο.