Σημαντικές ανακατατάξεις στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό καταγράφονται μετά τις κρατιδιακές εκλογές της Κυριακής (20/9) στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς υπέστη μεγάλες εκλογικές απώλειες, ενώ η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) ενίσχυσε σημαντικά τα ποσοστά της και το κόμμα Η Αριστερά (Die Linke) αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στη γερμανική πρωτεύουσα.
Το Reuters καταγράφει πέντε βασικές εξελίξεις που αναδεικνύονται από τα αποτελέσματα των εκλογών, με επίκεντρο την πολιτική θέση του Μερτς, την ενίσχυση της AfD, τις δυσκολίες σχηματισμού κυβερνητικών συνασπισμών και τις μετακινήσεις ψηφοφόρων από τα παραδοσιακά μεγάλα κόμματα.
1. Αυξάνεται η πίεση στον Μερτς μετά την ιστορική ήττα της CDU
Τα εκλογικά αποτελέσματα εντείνουν την πίεση προς τον Φρίντριχ Μερτς, καθώς η CDU κατέγραψε στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία τη χαμηλότερη επίδοσή της σε κρατιδιακές εκλογές από το 1949, μένοντας για πρώτη φορά εκτός κρατιδιακού κοινοβουλίου.
Ο Γερμανός καγκελάριος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «καταστροφή», ενώ στο εσωτερικό της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης εκφράζονται προβληματισμοί για την πορεία της κυβέρνησης και την εφαρμογή των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει.
Η οικονομική στασιμότητα και το υψηλό κόστος ζωής βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, με τον Μερτς να δέχεται πιέσεις για την υλοποίηση των κυβερνητικών δεσμεύσεων.
Παρά τις εκλογικές απώλειες και τις δημόσιες εκκλήσεις για παραίτησή του, ο ίδιος έχει καταστήσει σαφές ότι προτίθεται να παραμείνει στην καγκελαρία και να συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, οι εξελίξεις στη Γερμανία αποκτούν ευρύτερη ευρωπαϊκή σημασία, καθώς η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομικές πιέσεις, την ενίσχυση ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων και τις μεταβολές στις διατλαντικές σχέσεις.
2. Η AfD ενισχύει την εκλογική της παρουσία
Η ακροδεξιά AfD κατέγραψε σημαντική άνοδο και στα δύο κρατίδια, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, όπου υπερδιπλασίασε το ποσοστό της σε σύγκριση με τις εκλογές του 2021.
Πρόκειται για τη δεύτερη εκλογική πρωτιά της σε γερμανικό κρατίδιο μέσα σε δύο εβδομάδες, μετά το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ νωρίτερα τον Σεπτέμβριο.
Σύμφωνα με τα δημοσκοπικά στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η AfD συγκεντρώνει σε πανεθνικό επίπεδο ποσοστό 29%.
Μεταξύ των βασικών πολιτικών της θέσεων περιλαμβάνονται η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής και των απελάσεων, η αποκατάσταση της προμήθειας ρωσικής ενέργειας και η προώθηση συντηρητικών κοινωνικών αντιλήψεων με έμφαση στο παραδοσιακό οικογενειακό πρότυπο.
Παρά την εκλογική της ενίσχυση, τα υπόλοιπα μεγάλα κόμματα εξακολουθούν να αποκλείουν την κυβερνητική συνεργασία μαζί της, διατηρώντας τη στρατηγική του λεγόμενου «τείχους προστασίας».
Η στάση αυτή περιορίζει τις δυνατότητες συμμετοχής της AfD σε κυβερνητικούς συνασπισμούς, παρά την αύξηση της κοινοβουλευτικής της εκπροσώπησης.
3. Δυσκολότερος ο σχηματισμός κυβερνητικών συνασπισμών
Η ενίσχυση της AfD και η κατανομή των ψήφων μεταξύ περισσότερων πολιτικών δυνάμεων περιπλέκουν τις διαδικασίες σχηματισμού κυβερνήσεων στα γερμανικά κρατίδια.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, τα εκλογικά αποτελέσματα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση τρικομματικού συνασπισμού υπό την πρωθυπουργό του κρατιδίου, Μανουέλα Σβέσιγκ, με τη συμμετοχή του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), της Αριστεράς και των Πρασίνων.
Στο Βερολίνο, όπου η Αριστερά αναδείχθηκε πρώτη δύναμη, εξετάζεται το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας με το SPD και τους Πράσινους, υπό την Έλιφ Έραλπ.
Η πολυδιάσπαση της εκλογικής εκπροσώπησης αυξάνει την ανάγκη διακομματικών διαπραγματεύσεων, σε μια χώρα όπου οι κυβερνήσεις δύο κομμάτων αποτελούσαν επί δεκαετίες τον συνηθέστερο τρόπο συγκρότησης κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών.
Το Reuters υπενθυμίζει ότι ο τρικομματικός ομοσπονδιακός συνασπισμός που σχηματίστηκε το 2021 διαλύθηκε πριν συμπληρώσει τρία χρόνια διακυβέρνησης.
4. Το κόστος ζωής και η οικονομική ανασφάλεια στο επίκεντρο
Η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας και οι επιπτώσεις της στα νοικοκυριά αποτέλεσαν βασικά ζητήματα της προεκλογικής αντιπαράθεσης και στα δύο κρατίδια.
Η αύξηση των τιμών των καυσίμων, η οικονομική στασιμότητα και οι περικοπές δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας στη γερμανική βιομηχανία εντείνουν την οικονομική ανασφάλεια.
Στο Βερολίνο, η Αριστερά έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη στεγαστική κρίση, προβάλλοντας προτάσεις για την κατασκευή οικονομικά προσιτών κατοικιών, τη μείωση υπερβολικά υψηλών ενοικίων και τον περιορισμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Συγκεκριμένα, πρότεινε την υποχρεωτική μείωση των ενοικίων σε ακίνητα όπου οι τιμές υπερβαίνουν κατά τουλάχιστον 20% τον τοπικό μέσο όρο.
Από την πλευρά της, η AfD επικέντρωσε μέρος της εκστρατείας της στην ενεργειακή πολιτική, υποστηρίζοντας την επαναλειτουργία του αγωγού Nord Stream, που συνδέει τη Ρωσία με το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.
Το κόμμα υποστηρίζει ότι η αποκατάσταση της προμήθειας ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του αγωγού θα μπορούσε να μειώσει το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
5. Σημαντικές μετακινήσεις ψηφοφόρων προς την Αριστερά
Τα αποτελέσματα των εκλογών καταγράφουν μετακινήσεις ψηφοφόρων από τα παραδοσιακά μεγάλα κόμματα προς άλλες πολιτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και η Αριστερά.
Σύμφωνα με έρευνα για το γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ARD, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία η Die Linke προσέλκυσε 28.000 ψηφοφόρους από τη CDU και 45.000 από το SPD.
Τα στοιχεία αυτά καταγράφουν μετακινήσεις προς την Αριστερά από δύο διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, με το Reuters να επισημαίνει την απήχησή της σε τμήματα της παραδοσιακής εργατικής εκλογικής βάσης των Σοσιαλδημοκρατών.
Στο Βερολίνο, το SPD έχασε περίπου 36.000 ψηφοφόρους προς την Αριστερά, ενώ αντίστοιχη μετακίνηση καταγράφηκε από τους Πράσινους, με περίπου 51.000 ψηφοφόρους να στρέφονται στη Die Linke.
Παράλληλα, η πρωθυπουργός του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, Μανουέλα Σβέσιγκ, συνέδεσε τις μετακινήσεις ψηφοφόρων προς την AfD με την αντίθεση μέρους του εκλογικού σώματος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας στη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία και τη διακοπή της προμήθειας ρωσικής ενέργειας μέσω του Nord Stream.
Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τις μεταβολές στις εκλογικές προτιμήσεις και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παραδοσιακά μεγάλα κόμματα στη διατήρηση της εκλογικής τους βάσης, ενώ οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνήσεων στα δύο κρατίδια αποτελούν το επόμενο βήμα μετά τις κάλπες.