Στην προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών για τις 29 Νοεμβρίου προχώρησε ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, επιζητώντας ανανέωση της λαϊκής εντολής και μια βιώσιμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο πολιτικός αυτός ελιγμός του Ισπανού πρωθυπουργού έρχεται ως αποτέλεσμα πολύμηνων πιέσεων και διαδοχικών κρίσεων, οι οποίες περιόρισαν δραματικά τα περιθώρια ελιγμών της κυβέρνησης μειοψηφίας.
Βασικός καταλύτης για την προσφυγή στις κάλπες υπήρξε η οξύτατη στεγαστική κρίση. Η αλματώδης αύξηση των ενοικίων και η έλλειψη προσιτής κατοικίας πυροδότησαν μαζικές κοινωνικές διαμαρτυρίες, με αποκορύφωμα τις έντονες αντιδράσεις για την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας στη Μαδρίτη.
Η αδυναμία του κυβερνητικού συνασπισμού να υπερψηφίσει στη Βουλή το νέο πακέτο μέτρων για τη στέγαση, λόγω της καταψήφισής του από την αντιπολίτευση αλλά και από καταλανικά αυτονομιστικά κόμματα όπως το Junts, οδήγησε στην τελική κοινοβουλευτική ήττα που προκάλεσε τη διάλυση του κοινοβουλίου.
Παράλληλα, η κυβέρνηση βρέθηκε στο στόχαστρο για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, ιδιαίτερα μετά τη μαζική είσοδο δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα στη Βόρεια Αφρική κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Η κατάσταση αυτή προκάλεσε τη σφοδρή κριτική της Δεξιάς, την ώρα που ο Σάντσεθ προωθούσε παράλληλα διαδικασίες νομιμοποίησης για περισσότερους από ένα εκατομμύριο μετανάστες χωρίς έγγραφα για την ένταξή τους στην αγορά εργασίας.
Επιπλέον, το πολιτικό κλίμα επιβαρύνθηκε από δικαστικές έρευνες και καταδίκες προσώπων του στενού πολιτικού και οικογενειακού περιβάλλοντος του πρωθυπουργού για υποθέσεις διαφθοράς, μεταξύ των οποίων η σύζυγός του, Μπεγόνια Γκόμεθ, και ο πρώην υπουργός Χοσέ Λουίς Αμπάλος, με τον Σάντσεθ να απορρίπτει τις κατηγορίες ως πολιτικά υποκινούμενες.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το στοίχημα του Σάντσεθ ενέχει σοβαρό ρίσκο. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) παραμένει καθηλωμένο κοντά στο 28%, ενώ τα κόμματα στα αριστερά του συγκεντρώνουν μόλις 8%, την ώρα που επιχειρούν να ανασυνταχθούν υπό τον νέο σχηματισμό «Ευρύ Μέτωπο» (Frente Amplio) χωρίς τη συμμετοχή του Podemos.
Αντίθετα, το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (PP) υπό τον Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό διατηρεί το προβάδισμα και, σε συνεργασία με το ακροδεξιό Vox του Σαντιάγο Αμπασκάλ (το οποίο καταγράφει ποσοστά κοντά στο 18%), εμφανίζεται ως ο μόνος συνδυασμός που μπορεί να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των 176 εδρών.
Μια τέτοια εξέλιξη θα φέρει για πρώτη φορά την άκρα Δεξιά στην κυβέρνηση της Ισπανίας μετά το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο το 1975.