Μετωπική σύγκρουση με την αστυνομία και τη δικαστή Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα επέλεξε ο Μπόγκνταν Σβιεντσκόφσκι, ο οποίος εμφανίστηκε το πρωί της Κυριακής έξω από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας, αμφισβητώντας την απόφαση αναστολής των καθηκόντων του και απαιτώντας να του επιτραπεί η είσοδος στο κτίριο.
«Είμαι ο πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Κανείς δεν με έχει απομακρύνει από τη θέση μου», δήλωσε στους συγκεντρωμένους, υποστηρίζοντας ότι ο διορισμός του έγινε με απόφαση του προέδρου της Δημοκρατίας. Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι θα επιστρέφει καθημερινά έξω από το δικαστήριο, επιμένοντας ότι εξακολουθεί να κατέχει νόμιμα το αξίωμά του.
Ο Σβιεντσκόφσκι έφτασε στο σημείο λίγο μετά τις 8:30 το πρωί, ζητώντας από τους αστυνομικούς να του επιτρέψουν την είσοδο. Η νύχτα που είχε προηγηθεί είχε κυλήσει χωρίς επεισόδια, ενώ δεν χρειάστηκε να επέμβουν οι αστυνομικές δυνάμεις.
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης κάλεσε τους αστυνομικούς να μην υπακούουν στην Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα, την οποία χαρακτήρισε «παράνομη σφετερίστρια», υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειές της δεν έχουν νόμιμη βάση. Παράλληλα, κατηγόρησε τις αστυνομικές δυνάμεις ότι συμμετέχουν σε παράνομες ενέργειες και προειδοποίησε για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες λόγω της στάσης τους.
Ο ίδιος προέτρεψε τους παρευρισκόμενους να καταγράφουν όσα συμβαίνουν, ώστε να διατηρηθούν στοιχεία για τα γεγονότα και όσους συμμετέχουν σε αυτά. Απευθυνόμενος στους αστυνομικούς, επικαλέστηκε μάλιστα το άρθρο 231 του πολωνικού Ποινικού Κώδικα, υποστηρίζοντας ότι η αδράνειά τους δεν αποκλείει την τέλεση αδικήματος διά παραλείψεως.
Κλιμακώνεται η θεσμική σύγκρουση
Η κρίση ξέσπασε την Παρασκευή, όταν ανακοινώθηκε η αναστολή άσκησης των καθηκόντων του Σβιεντσκόφσκι και του αντιπροέδρου του δικαστηρίου, Μπαρτομιέι Σοχάνσκι. Τη διοίκηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου ανέλαβε η δικαστής Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα, η οποία προχώρησε στην αναστολή των δύο αξιωματούχων, καθώς επί μήνες εμπόδιζαν δικαστές που είχαν εκλεγεί από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αναλάβουν τα καθήκοντά τους.
Ο πρόεδρος της Πολωνίας, Κάρολ Ναβρότσκι, επέστρεψε εσπευσμένα στη χώρα, διακόπτοντας διεθνές ταξίδι, και πραγματοποίησε σειρά συναντήσεων με τους επικεφαλής των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Στο τραπέζι των συζητήσεων τέθηκαν προτάσεις για συνολική αναδιοργάνωση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αλλά και το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης τεχνοκρατών.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ απέκλεισε το ενδεχόμενο συμβιβασμού, διαμηνύοντας ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει στο ζήτημα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, προανήγγειλε ότι θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη και ασφαλή λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η αντιπαράθεση αναμένεται να συνεχιστεί και στο Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς έχει προγραμματιστεί για την Τρίτη 3 Νοεμβρίου η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των δικαστών, προκειμένου να εξεταστούν οι απειλές κατά της συνταγματικής τάξης, της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και της λειτουργίας των κρατικών θεσμών.
Η Κομισιόν στηρίζει τη θέση της κυβέρνησης Τουσκ
Στο μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέλαβε ότι το πολωνικό Κοινοβούλιο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διορίζει νέους δικαστές, παίρνοντας θέση στη διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ της κυβέρνησης Τουσκ και του προέδρου Ναβρότσκι.
Η σύγκρουση συνδέεται με τις προσπάθειες ανατροπής των μεταρρυθμίσεων στη Δικαιοσύνη που είχε επιβάλει η εθνικιστική κυβέρνηση του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) την περίοδο 2015-2023. Οι αλλαγές αυτές είχαν προκαλέσει αντιδράσεις και καταδικαστικές αποφάσεις ευρωπαϊκών δικαστηρίων, λόγω ανησυχιών για την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.
Ο Ναβρότσκι, ο οποίος εξελέγη το 2025 με τη στήριξη του PiS, έχει αρνηθεί να ορκίσει ορισμένους δικαστές που εξελέγησαν από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ η ηγεσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου έχει εμποδίσει την ανάληψη των καθηκόντων τους.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Δημοκρατίας, Δικαιοσύνης και Κράτους Δικαίου, Μάικλ ΜακΓκράθ, τόνισε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο πρέπει να λειτουργεί σύμφωνα με το πολωνικό Σύνταγμα και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επικαλέστηκε επίσης τη θέση της Επιτροπής της Βενετίας, σύμφωνα με την οποία ο διορισμός νέων δικαστών εμπίπτει στις αρμοδιότητες της κάτω Βουλής της Πολωνίας, του Σεΐμ.
Ωστόσο, η Κομισιόν απέφυγε να υποστηρίξει ρητά την απόφαση αναστολής των καθηκόντων του Σβιεντσκόφσκι και του Σοχάνσκι, η οποία πυροδότησε τον τελευταίο γύρο της αντιπαράθεσης.
Η πολιτική κρίση αποκτά πλέον ευρύτερες διαστάσεις, με την κυβέρνηση Τουσκ και τον πρόεδρο Ναβρότσκι να συγκρούονται για τον έλεγχο και τη λειτουργία ενός από τους σημαντικότερους θεσμούς της χώρας, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.