Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αναμένεται να αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς το αποτέλεσμα θα καθορίσει αν οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου ή αν οι Δημοκρατικοί θα καταφέρουν να ανατρέψουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον.
Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο ανεξάρτητα από την έκβαση της αναμέτρησης, η δύναμή του να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα ενδέχεται να περιοριστεί σημαντικά.
Οι εκλογές διεξάγονται περίπου στα μισά της προεδρικής θητείας και παραδοσιακά λειτουργούν ως απολογισμός της κυβερνητικής πολιτικής. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει ενθαρρύνει τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν την αναμέτρηση σαν να ήταν υποψήφιος, επιχειρώντας να συσπειρώσει τη βάση του.
Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, με στόχο να αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και, ενδεχομένως, στη Γερουσία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανανέωση και των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν οριακή πλειοψηφία. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών για να αναλάβουν τον έλεγχο του σώματος.
Παράλληλα, θα διεξαχθούν εκλογές για 35 έδρες στη Γερουσία, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν 53 έδρες έναντι 47 των Δημοκρατικών και των ανεξάρτητων που συνεργάζονται μαζί τους. Για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να κερδίσουν τέσσερις έδρες.
Οι ψηφοφόροι θα κληθούν επίσης να εκλέξουν κυβερνήτες σε 36 πολιτείες και τρία αμερικανικά εδάφη, ενώ χιλιάδες θέσεις στα πολιτειακά νομοθετικά σώματα και τοπικά αξιώματα θα βρεθούν στο επίκεντρο της εκλογικής διαδικασίας. Τα αποτελέσματα σε αυτά τα επίπεδα θα επηρεάσουν πολιτικές αποφάσεις για την εκπαίδευση, τη φορολογία, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα και τους κανόνες διεξαγωγής των εκλογών.
Η ιστορία των ενδιάμεσων εκλογών δεν ευνοεί συνήθως το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία. Από το 1946, το κόμμα του εκάστοτε προέδρου έχει χάσει έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 18 από τις 20 αντίστοιχες εκλογικές αναμετρήσεις.
Οι Ρεπουμπλικανοί του Τζορτζ Μπους είχαν καταφέρει να ενισχύσουν τη θέση τους το 2002, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ωστόσο το 2018 ο Τραμπ έχασε τον έλεγχο της Βουλής.
Το πολιτικό περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστικό, με τις δημοσκοπήσεις στις αρχές Οκτωβρίου να καταγράφουν προβάδισμα 8,2 ποσοστιαίων μονάδων για τους Δημοκρατικούς σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τον μέσο όρο του RealClearPolitics.
Παρά τα δεδομένα αυτά, η πολιτική πόλωση και η αναδιαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών έχουν περιορίσει τον αριθμό των πραγματικά αμφίρροπων αναμετρήσεων, δυσκολεύοντας τη μετατροπή μιας εθνικής μεταβολής της ψήφου σε μεγάλη αλλαγή της κοινοβουλευτικής σύνθεσης.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι μάχες για τη Γερουσία σε πολιτείες όπως το Μίσιγκαν, η Τζόρτζια, το Μέιν, το Οχάιο και το Τέξας. Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο αναμετράται με τον Ρεπουμπλικανό Κεν Πάξτον, ο οποίος έχει βρεθεί αντιμέτωπος με σκάνδαλα.
Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν δαπανήσει περίπου 210 εκατομμύρια δολάρια για την υποστήριξη της υποψηφιότητάς του. Παράλληλα, αναμετρήσεις στην Αλάσκα, το Κάνσας, την Αϊόβα, τη Βόρεια Καρολίνα και το Νιου Χάμσαϊρ ενδέχεται να αποδειχθούν καθοριστικές για τον έλεγχο του σώματος.
Το κόστος διαβίωσης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της προεκλογικής περιόδου. Οι Δημοκρατικοί εστιάζουν στις τιμές των τροφίμων, τη στέγαση, τα καύσιμα και την υγειονομική περίθαλψη, επιχειρώντας να προσελκύσουν ψηφοφόρους που πιέζονται οικονομικά.
Ο πόλεμος στο Ιράν περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση για τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης παραμένει ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων θεωρεί υπερβολικά αυστηρές τις πρακτικές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει τη στήριξη προς τον Τραμπ μεταξύ των Λατινοαμερικανών ψηφοφόρων.
Στην πολιτική ατζέντα βρίσκονται επίσης η τεχνητή νοημοσύνη, τα κέντρα δεδομένων, οι δασμοί, το διεθνές εμπόριο, το δικαίωμα στην άμβλωση και οι εκλογικοί κανόνες. Σε αναμετρήσεις με μικρές διαφορές, καθοριστικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσουν η προσωπική αξιοπιστία των υποψηφίων, οι τοπικές συμμαχίες και η δυνατότητά τους να προσελκύσουν ανεξάρτητους ψηφοφόρους.
Παράλληλα, έντονη συζήτηση προκαλούν οι ανησυχίες για την ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας. Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει προσφύγει δικαστικά κατά πολιτειών, ζητώντας πρόσβαση σε μη επεξεργασμένους εκλογικούς καταλόγους, με σκοπό τη διασταύρωσή τους με ομοσπονδιακά δεδομένα μετανάστευσης.
Ομοσπονδιακός δικαστής έκρινε παράνομη τη σχετική πολιτική, επισημαίνοντας τους περιορισμούς των αρμοδιοτήτων του υπουργείου και τους κινδύνους από ανακριβή στοιχεία. Αντιδράσεις προκαλούν επίσης οι προσπάθειες αλλαγής των κανόνων της επιστολικής ψήφου και η προοπτική παρουσίας ομοσπονδιακών παρατηρητών στα εκλογικά τμήματα.
Μια επικράτηση των Δημοκρατικών σε ένα ή και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια του Τραμπ να προωθήσει το κυβερνητικό του πρόγραμμα.
Εφόσον αναλάβουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο του Λευκού Οίκου, να ζητήσουν έγγραφα και καταθέσεις αξιωματούχων και να ξεκινήσουν έρευνες για την κυβέρνηση. Στη Γερουσία, μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να καθυστερήσει ή να εμποδίσει διορισμούς υπουργών, πρεσβευτών και ομοσπονδιακών δικαστών.
Οι κάλπες θα ανοίξουν την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, ωστόσο η τελική εικόνα ενδέχεται να καθυστερήσει, ιδιαίτερα σε πολιτείες όπου οι αναμετρήσεις είναι οριακές ή προβλέπονται επανακαταμετρήσεις και δικαστικές προσφυγές.
Το αποτέλεσμα θα καθορίσει τις πολιτικές ισορροπίες για τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης θητείας του Τραμπ, ενώ παράλληλα θα σηματοδοτήσει την έναρξη της επόμενης περιόδου πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.