Για πάρα πολλά χρόνια, οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες στην Ευρώπη αποτυπώνονταν στον γεωγραφικό χάρτη, χωρίζοντας την αναπτυγμένη Δύση από την πιο αδύναμη Ανατολή.
Ωστόσο, σύμφωνα με μια αποκαλυπτική ανάλυση του Economist, η πραγματική διαχωριστική γραμμή σήμερα δεν είναι πλέον γεωγραφική, αλλά βαθιά διαγενεακή.
Η νέα γενιά των Ευρωπαίων έρχεται αντιμέτωπη με έναν ανηφορικό δρόμο, γεμάτο με δυσβάσταχτους φόρους και ανύπαρκτες προοπτικές στέγασης, την ίδια ώρα που η μεταπολεμική γενιά των "baby boomers" (όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1945 και 1965) απολαμβάνει τους καρπούς ενός συστήματος που σχεδιάστηκε στα δικά της μέτρα.
Αν και οι boomers δικαίως συνέδεσαν το όνομά τους με μια ιστορική περίοδο ειρήνης και ευημερίας, η οικονομική τους κληρονομιά αποδεικνύεται εξαιρετικά προβληματική για το μέλλον. Σχεδίασαν ένα ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό μοντέλο βασιζόμενοι στην εσφαλμένη παραδοχή ότι οι επόμενες γενιές θα ήταν πολυπληθέστερες και θα μπορούσαν να συντηρούν τους συνταξιούχους. Η δημογραφική πραγματικότητα όμως τους διέψευσε παταγωδώς.
Η «φούσκα» των ακινήτων και το βάρος του κοινωνικού κράτους
Το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της αδικίας εντοπίζεται στην αγορά κατοικίας. Οι boomers αγόρασαν ακίνητα σε πολύ χαμηλές τιμές και είδαν την αξία τους να εκτοξεύεται με το πέρασμα των δεκαετιών, εξασφαλίζοντας τεράστιες περιουσίες.
Στον αντίποδα, οι σημερινοί νέοι βρίσκονται αποκλεισμένοι από την ιδιοκατοίκηση, καθώς τα ενοίκια και οι τιμές των σπιτιών αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τους μισθούς τους, αναγκάζοντάς τους να μένουν στο πατρικό τους μέχρι τα 30 ή και αργότερα. Για τη νέα γενιά, η μόνη ρεαλιστική ελπίδα για οικονομική σταθερότητα είναι πλέον η οικογενειακή κληρονομιά και όχι η δική τους εργασία.
Παράλληλα, το ευρωπαϊκό διανεμητικό σύστημα επιβάλλει στους σημερινούς εργαζόμενους να πληρώνουν απευθείας τις συντάξεις των σημερινών απομάχων της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι οι νέοι επωμίζονται διπλό βάρος: χρηματοδοτούν τις συντάξεις των γονιών τους και ταυτόχρονα πρέπει να αποταμιεύουν μόνοι τους για το δικό τους άγνωστο μέλλον.
Αυτή η υπερσυγκέντρωση πόρων στις συντάξεις στερεί από την Ευρώπη πολύτιμα κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην καινοτομία και την τεχνολογία, γεγονός που εξηγεί γιατί η γηραιά ήπειρος αδυνατεί να ανταγωνιστεί τους τεχνολογικούς κολοσσούς των ΗΠΑ.
Δημογραφικό αδιέξοδο και πολιτική κυριαρχία των γηραιότερων
Η ρίζα του προβλήματος κρύβεται στη δραματική γήρανση του πληθυσμού. Το 1960 η αναλογία στη Δυτική Ευρώπη ήταν πάνω από πέντε εργαζόμενοι για κάθε συνταξιούχο, ενώ σήμερα η αναλογία αυτή έχει κατακρημνιστεί στους 2,5 εργαζομένους, με τις προβλέψεις να δείχνουν περαιτέρω επιδείνωση.
Η δημογραφική αυτή συρρίκνωση οφείλεται και στις επιλογές των ίδιων των boomers, οι οποίοι έκαναν σημαντικά λιγότερα παιδιά από τους προκατόχους τους. Η εναλλακτική λύση της μετανάστευσης για την κάλυψη του κενού έχει προκαλέσει σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις, τροφοδοτώντας την άνοδο της ακροδεξιάς.
Αυτή η πληθυσμιακή μεταβολή έχει αλλοιώσει και τους συσχετισμούς στην κάλπη. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πολίτες αποτελούν την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και ψηφίζουν πιο μαζικά. Στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, για παράδειγμα, η διάμεση ηλικία των ψηφοφόρων ήταν τα 52 έτη. Είναι επόμενο, λοιπόν, οι κυβερνήσεις να δίνουν πολιτική προτεραιότητα στις συντάξεις για να εξασφαλίσουν ψήφους, περικόπτοντας εύκολα κονδύλια από την παιδεία, την έρευνα και το μέλλον των νέων.
Η πανδημία επέτεινε αυτή τη διαγενεακή κρίση, καθώς οι νέοι θυσίασαν την καθημερινότητα και την εργασία τους για να προστατεύσουν την υγεία των μεγαλύτερων, χωρίς η ισορροπία αυτή να έχει αποκατασταθεί μέχρι σήμερα. Η Ευρώπη κινδυνεύει πλέον να μετατραπεί σε μια ήπειρο που ξοδεύει τα πάντα για να διαχειριστεί το παρελθόν της, αδιαφορώντας για το μέλλον της.
Οι boomers παρέλαβαν μια ήπειρο που ανοικοδομούνταν με ορμή και οι νεότερες γενιές κινδυνεύουν να παραλάβουν μια ήπειρο που χρειάζεται επειγόντως ριζική επισκευή.