Τη μεγαλύτερη μείωση του δημόσιου χρέους μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat, επιβεβαιώνοντας την πτωτική πορεία που ακολουθεί μετά την πανδημία.
Κατά την περίοδο της υγειονομικής κρίσης του COVID-19, το ελληνικό χρέος είχε εκτιναχθεί στο 212,9% του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2021, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, έως το τέλος του 2025 υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ, σημειώνοντας μείωση σχεδόν 67 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε τέσσερα χρόνια, παρά τις πιέσεις που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση μετά την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η εξέλιξη αυτή φέρνει την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ στο χαμηλότερο επίπεδο από την περίοδο του πρώτου μνημονίου το 2010. Στη βελτίωση συνέβαλαν παράγοντες όπως η δημοσιονομική διαχείριση, η πρόωρη αποπληρωμή δανείων –μεταξύ άλλων και προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο– καθώς και οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας.
Την ίδια περίοδο, ο μέσος όρος της ΕΕ παρουσίασε σαφώς μικρότερη βελτίωση, γεγονός που οδήγησε σε αισθητή μείωση της απόστασης της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχη πορεία κατέγραψε μόνο η Κύπρος, ενώ σε αρκετές χώρες το χρέος αυξήθηκε. Μεγάλες οικονομίες όπως η Γερμανία και η Γαλλία σημείωσαν περιορισμένες μειώσεις.

Η δομή του ελληνικού χρέους θεωρείται ευνοϊκή, καθώς σε μεγάλο βαθμό αποτελείται από δάνεια στήριξης της περιόδου των μνημονίων, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Στόχος της κυβέρνησης είναι η περαιτέρω μείωσή του στο 140% του ΑΕΠ έως το 2027 και στο 120% έως το 2030.
Κατά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις έκανε λόγο για «εντυπωσιακά αποτελέσματα» της Ελλάδας, επισημαίνοντας τη βελτίωση σε δείκτες όπως το χρέος, η ανάπτυξη και η ανεργία, η οποία έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια.