Προκόπης Παυλόπουλος: Έχουμε χρέος να υπερασπιζόμαστε τα σύνορά μας

Προκόπης Παυλόπουλος: Έχουμε χρέος να υπερασπιζόμαστε τα σύνορά μας
Ενημερώθηκε: 18/03/18 - 00:10

Προκόπης Παυλόπουλος: Μαθήματα πατριδογνωσίας παρέδωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από την Μάνη όπου βρέθηκε καλέσμένος το Δήμου, όπου τον έχρισε επίτιμο δημότη.

Εκεί ο κ. Παυλόπουλος αναφέρθηκε στα μαθήματα που έχουμε πάρει από την ελληνική ιστορία και στο χρέος των Ελλήνων να «να υπερασπιζόμαστε, ανά πάσα στιγμή και έναντι πάντων, τα σύνορά μας, την εδαφική μας ακεραιότητα και την εθνική μας κυριαρχία -που τώρα πια είναι σύνορα, έδαφος και κυριαρχία και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- όπως καθορίζονται επακριβώς και δίχως ίχνος γκρίζων ζωνών από το Διεθνές Δίκαιο στο σύνολό του».

Δείτε εδώ την ομιλία του:

Κύριε Δήμαρχε,

Σας ευχαριστώ θερμώς για την εξαιρετική τιμή που μου περιποιείτε, ανακηρύσσοντάς με Επίτιμο Δημότη της Ιστορικής Ανατολικής Μάνης. Οφείλω να διευκρινίσω, για πολλοστή φορά, αφενός ότι η τιμή αυτή δεν αφορά το πρόσωπό μου αλλά τον θεσμό τον οποίο εκπροσωπώ, ήτοι εκείνον του Προέδρου της Δημοκρατίας. Και, αφετέρου και συνακόλουθα, ότι η ως άνω τιμή συνεπάγεται, αυτοθρόως, το χρέος του εκ μέρους μου πλήρους σεβασμού τόσο της μακραίωνης και πολυσήμαντης Ιστορίας του Δήμου σας αλλά και, γενικότερα, της Μάνης, όσο και των διδαγμάτων της.

Ι. Επιτρέψατέ μου, λοιπόν, να επικεντρώσω την ομιλία μου, έστω δι’ ολίγων και εντελώς ενδεικτικά, πρώτον, σε μερικούς μόνον από τους σημαντικούς σταθμούς της Ιστορίας του Γυθείου, της Πρωτεύουσας του Δήμου σας που σήμερα με φιλοξενεί. Και, δεύτερον και κυρίως, στην Επανάσταση της 17ης Μαρτίου 1821, την λαμπρά Επέτειο της οποίας σήμερα εορτάζουμε, διακατεχόμενοι από βαθύτατο αίσθημα ευγνωμοσύνης προς τους Προγόνους σας, οι οποίοι, με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ύψωσαν το λάβαρο του υπέρ Πατρίδος Ιερού Αγώνα τους στην Αρεόπολη, κηρύσσοντας τον ξεσηκωμό των Ελλήνων κατά του τουρκικού ζυγού.

Α. Όσον αφορά το Γύθειο, αξίζει να μνημονευθούν τ’ ακόλουθα:
1. Ως τοπωνύμιο, το Γύθειο πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία τον 5ο αιώνα π.Χ. Tην πρώτη σχετική αναφορά κάνει ο Θουκυδίδης (1, 108), εξιστορώντας την επιδρομή του Αθηναίου στρατηγού Τολμίδη στον Λακωνικό Κόλπο και, συγκεκριμένα, στα νεώρια των Σπαρτιατών, χωρίς όμως ν΄ αναφέρει ρητά το Γύθειο.

2. Ο Πολύβιος και ο Στράβων αναφέρουν το Γύθειο με «ει», ενώ ο Παυσανίας, καθώς και οι νεότεροι, όπως για παράδειγμα ο Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Πλούταρχος, με «ι». Όμως, νεότεροι συγγραφείς κάνουν χρήση και των δύο τρόπων γραφής του ονόματος της Πόλης.

3. Ο Παυσανίας, περιηγητής και γεωγράφος του 2ου αιώνα μ.Χ., ως ετυμολογία του ονόματος παρουσιάζει στα «Λακωνικά» του την πεποίθηση των αρχαίων κατοίκων ότι η λέξη Γύθειο σήμαινε «Γη θεών».

α) Η άποψη αυτή προκύπτει από την παράδοση ότι ο Ηρακλής και ο Απόλλων, κατά το κτίσιμο της Πόλης, ήλθαν σε σύγκρουση εξαιτίας του μαγικού τρίποδα του Μαντείου των Δελφών. Επειδή όμως ο αγώνας δεν αναδείκνυε νικητή, τελικά, ως αποτέλεσμα της μεταξύ τους συνδιαλλαγής, αντί Ηρακλείας ή Απολλωνίας, ονόμασαν την πόλη «Γη θεών», με συνέπεια να τιμώνται και οι δύο στην πόλη αυτή.

β) Είναι καταφανές, ότι ο μύθος αποδίδει την συνεύρεση του αχαϊκού και του δωρικού πνεύματος, από την εξ ανάγκης αποδοχή και κοινή συγκατοίκηση των Αχαιών (Απόλλων) με τους Δωριείς (Ηρακλειδείς) μετά την κάθοδο (επιστροφή τους), αφότου σταμάτησε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Την ετυμολογία αυτή του Παυσανία επανέλαβαν πλήθος νεότερων συγγραφέων ως σήμερα. Παρά ταύτα, το «ετυμολογικό πρόβλημα του Γυθείου» συνεχίζει να υφίσταται, ενώ, πάντοτε κατά τον Παυσανία, ο Πάρις πέρασε σ’ αυτή την πόλη την πρώτη του νύχτα με την Ωραία Ελένη, ύστερα από την αρπαγή της.

4. Το Γύθειο υπήρξε κατά την αρχαιότητα το επίνειο της Σπάρτης, που βρίσκεται 40 χιλιόμετρα βορειότερα. Την περίοδο 195 π.Χ. – 297 μ.Χ., το Γύθειο φέρεται ανεξάρτητο από την Σπάρτη, πρωτεύουσα του Κοινού των Ελευθερολακώνων, στολισμένο με μαρμάρινα μέγαρα, ιερά και ναούς θεών, όπως και με πολλά καλλιτεχνήματα. Είναι γνωστό ότι ερείπια από την ρωμαϊκή εποχή διασώζονται στην ευρύτερη περιοχή, ενώ από την αρχαιότητα διασώζονται στην παλιά πόλη το αρχαίο θέατρο και στον λόφο, πίσω από την Πόλη, τα ερείπια ενός ιερού του Διονύσου.

5. Το 375 μ.Χ. συνέβη ένας μεγάλος σεισμός και το παλιρροϊκό κύμα που δημιουργήθηκε καταπόντισε το Γύθειο στα νερά του Λακωνικού Κόλπου, θάβοντας ή πνίγοντας όσους κατοίκους του δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα γύρω υψώματα. Έτσι, από την παλαιά πόλη έμεινε μόνο ένα τμήμα που σήμερα λέγεται «Παλαιόπολη», το βορειοανατολικό τμήμα του σημερινού Γυθείου. Σ΄ αυτό το τμήμα και στον παρακείμενο θαλάσσιο βυθό βρέθηκαν τα περισσότερα αρχαία μάρμαρα, ψηφιδωτά δάπεδα, τμήματα αγαλμάτων θεών, ηρώων και αρχόντων, καθώς και θεμέλια οικοδομών, που αποτελούν τους μάρτυρες της άλλοτε λαμπροστόλιστης αυτής πόλης.

6. Με το πέρασμα των αιώνων, οι επιχώσεις των χειμάρρων των γύρω υψωμάτων έθαψαν και τα τελευταία ίχνη της αρχαίας πόλης. Έτσι, κατά τον Μεσαίωνα, το Γύθειο ήταν τελείως ξεχασμένο. Η τοποθεσία που προϋπήρξε ονομάσθηκε «Μαραθονήσι», από το γνωστό μυρωδικό φυτό, τον μάραθο, που βλάστανε πλούσια στην νησίδα Κρανάη και στην γύρω στεριά. Τον 17ο αιώνα η περιοχή αυτή ήταν ένας λόγγος γεμάτος αγρίμια και βάλτους και τελείως ερημική από ανθρώπινη ζωή. Οι μεν Μανιάτες που κατοικούσαν στην ενδοχώρα απέφευγαν την περιοχή αυτή, για να προστατευθούν αφενός από τον κίνδυνο της θανατηφόρου ελονοσίας και, αφετέρου, από τις ληστρικές επιδρομές των Οθωμανών κουρσάρων. Οι δε Τούρκοι διατηρούσαν μόνο μία φρουρά στο βόρειο ύψωμα της Σεληνίτσας (σημερινή βόρεια παραλία του Γυθείου) και, δυτικά της περιοχής, το φράγκικο Κάστρο του Πασσαβά, που σχημάτιζαν έτσι την μοναδική αλλά και αδύναμη «σφήνα» στην ελεύθερη περιοχή της Μάνης.

7. Το 1685 οι Ενετοί, ευρισκόμενοι σε πόλεμο με τους Τούρκους και βοηθούμενοι από τους Μανιάτες, κατέλαβαν το Κάστρο του Πασσαβά και εξόντωσαν την εκεί φρουρά. Η κατάληψη αυτού του οχυρού υπήρξε σημαντική στιγμή στην ιστορία της Μάνης, διότι χάρισε στους Μανιάτες την ασφάλεια της ελεύθερης επικοινωνίας με το Μαραθονήσι, στο οποίο άρχισαν έτσι, σιγά-σιγά, να κατοικούν. Μάλιστα δύο χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1687, όταν ο Βενετός στρατηγός Πολάνι βοηθούμενος από 6.000 Μανιάτες επιχειρούσε την κατάληψη του Μυστρά, ο ναύαρχος Μοροζίνι κατέπλευσε στον όρμο του Μαραθονησίου.

Β. Φθάνουμε έτσι στην εμβληματική, όσον αφορά το ελληνικό φρόνημα και την απαράμιλλη λεβεντιά των κατοίκων της Μάνης, Επανάσταση των κατοίκων της κατά των Τούρκων, το 1821. Η κήρυξη της Eπανάστασης στην Μάνη -όπου κάθε πέτρα θα μπορούσε, εάν είχε φωνή, να μας διηγηθεί λαμπρές ιστορικές πτυχές αυτής της εμβληματικής γωνιάς της Πελοποννησιακής γης- έλαβε χώρα στις 17 Μαρτίου του 1821, όπως αψεύστως μαρτυρεί η τοπική προφορική παράδοση. Εάν ήθελε να δώσει κανείς μια σύντομη περίληψη των τότε γεγονότων, θα έλεγε ότι, σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες, οι πρόκριτοι της περιοχής ζήτησαν από τον Ηγέτη τους να ξεκινήσει πρώτη η Μάνη τον Αγώνα της Aπελευθέρωσης, κάτι που ήταν σύμφωνο και με τους σχεδιασμούς της Φιλικής Εταιρείας. Έτσι, ύστερα από πρόσκληση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, συγκεντρώθηκαν όλοι οι Μανιάτες οπλαρχηγοί στην Τσίμοβα, την σημερινή Αρεόπολη, και αποφάσισαν την έναρξη του Αγώνα κατά των Τούρκων, που οδήγησε στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και στην δημιουργία της Μεσσηνιακής Γερουσίας, την 23η Μαρτίου 1821. Για να κατανοήσει, όμως, κανείς καλύτερα το πώς φθάσαμε σ’ αυτή την μεγάλη Έγερση, αξίζει ν’ αναφερθούν λεπτομερέστερα ορισμένα γεγονότα, που σχεδόν αιτιωδώς οδήγησαν σ’ αυτήν.

1. Η έναρξη της Επανάστασης στην Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκε σε μία μέρα μόνο, ούτε συγχρόνως σε όλες τις περιοχές, αν και είχε ορισθεί ως ημέρα γενικής εξέγερσης –κατά τη Μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας- η 25η Μαρτίου.

α) Πολλοί παράγοντες και οι τοπικές ιδιομορφίες συνετέλεσαν ώστε οι προεργασίες της Επανάστασης ν’ αρχίσουν πριν από την 25η Μαρτίου, με αποτέλεσμα άλλες περιοχές να προηγηθούν στην εξέγερση και άλλες ν’ ακολουθήσουν. Η έναρξη δηλαδή της Επανάστασης έγινε σταδιακά και κλιμακώθηκε σε χρόνο μακρότερο από δύο μήνες, ενώ μεμονωμένες εξεγέρσεις έλαβαν χώρα και αργότερα. Πρέπει, εντούτοις, να υπογραμμισθεί ότι τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα, από τις 21 ως 31 Μαρτίου 1821, οπότε επαναστάτησαν η Πελοπόννησος πρώτα και αμέσως μετά ένα τμήμα της Ανατολικής Ελλάδας, συνιστούν την κυρία έναρξη της Επανάστασης στην Ελλάδα.

β) Η Επανάσταση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο. Μέσα σε λίγες ημέρες, από τις 21 ως τις 28 Μαρτίου, αυτή είχε γενικευθεί και επεκταθεί σε όλες τις επαρχίες της. Ουσιαστικά μόνο τα φρούρια, η Τριπολιτσά με τις γύρω περιοχές της και το Λάλα, είχαν παραμείνει στην εξουσία των Τούρκων. Όλες οι επαρχίες κινήθηκαν για να συμμετάσχουν στην Επανάσταση με την ίδια προθυμία. Ο χρόνος που το έκαναν προσδιορίσθηκε, όπως προανέφερα, από τις ειδικές συνθήκες σε κάθε επαρχία και από τα τοπικά γεγονότα, τα οποία είχαν προηγηθεί.

2. Η Μάνη υπήρξε μήτρα μαζί και λίκνο της επαναστατικής ορμής των, επί αιώνες καταπιεσμένων αλλά εσαεί ελευθεροφρόνων, Ελλήνων. Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά:
α) Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Πελοπόννησος, αν και δεν συνιστούσε παρά μια σχετικά μικρή περιφέρεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν ωστόσο χωρισμένη σε πολλά βιλαέτια κι ένα μικρό μπεηλίκι, κατά παραχώρηση της Πύλης, την Μάνη. Αυτό ίσχυε από το 1776, όταν, μετά τα Ορλωφικά, παρά την μικρή έκτασή της είχε ονομασθεί από τους Οθωμανούς μπεηλίκι και ως εκ τούτου δε βρισκόταν στην αρμοδιότητα του πασά της Πελοποννήσου αλλά ελεγχόταν απευθείας από την Υψηλή Πύλη. Η Μάνη, λοιπόν, χαρακτηριζόταν και από μια σχετική θεσμική αυτοτέλεια. Επρόκειτο για μια ημιανεξάρτητη, φόρου υποτελή ηγεμονία, υπό την άμεση δικαιοδοσία του καπουδάν πασά.

β) Την διοίκησή της αναλάμβανε ένας από τους καπεταναίους της περιοχής, που διοριζόταν μπέης και ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης. Τον τίτλο του μπέη της Μάνης στις παραμονές της Επανάστασης έφερε ο τοπικός προύχοντας Πέτρος Μαυρομιχάλης, γνωστός λόγω του αξιώματός του και ως Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.

3. Οι Μανιάτες διατηρούσαν και ένα ακόμα σημαντικό προνόμιο, το δικαίωμα της οπλοφορίας. Στην Μάνη, λοιπόν, όπου το σύστημα των προυχόντων βασίζονταν στις τοπικές καπετανίες, οι καπετάνιοι ήταν οι κεφαλές που θεωρούνταν υπεύθυνες έναντι του οθωμανικού κράτους για την τήρηση των υποχρεώσεων του πληθυσμού. Αυτοί αποτελούσαν μια νομοκατεστημένη τοπική ηγεσία, υπό την μορφή της στρατιωτικής αριστοκρατίας, όπου ο πατριάρχης της κάθε οικογένειας ταυτιζόταν με τον πολέμαρχό της. Η εν λόγω ηγεσία ήταν γεωγραφικά κατανεμημένη σε καπετανίες άνισης ισχύος.

4. Παρά τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων οικογενειών της περιοχής, κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας εμφανίσθηκαν στην Μάνη αξιοπρόσεκτα επαναστατικά κινήματα και οργανώθηκε η καθολική συμμετοχή των Μανιατών στην μεγάλη Επανάσταση. Ο πόθος της Ελευθερίας και ο Αγώνας για την αποτίναξη του τυράννου, στον οποίο εξαιτίας της οπλικής τους υπεροχής οι Μανιάτες θα έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο, τους έκανε να παραμερίσουν τις επιμέρους διαφορές τους.

5. Στα κέντρα της Αχαΐας και της Μεσσηνίας, αν συνυπολογίσουμε σε αυτά και την δύναμη της Δυτικής Μάνης, υπήρχαν οι περισσότεροι από τους σημαντικούς προκρίτους και αρχηγούς των όπλων της χερσονήσου. Όμως, η σημαντική μεταξύ των δύο περιφερειών διαφορά ήταν ότι, ενώ στην Αχαΐα μόνον τις τελευταίες ημέρες πριν την Επανάσταση είχε σχηματισθεί επαναστατικό στρατόπεδο στην Μονή Ομπλού, αντίθετα στην Μάνη, χάρη στο ιδιότυπο πολιτικό σύστημά της και στην σχετική της αυτοτέλεια, υπήρχε ικανός αριθμός από μόνιμες και σχεδόν αυτόνομες ένοπλες δυνάμεις υπό τις εντολές έμπειρων αρχηγών, οι οποίοι ήταν έτοιμοι στις παραμονές του Αγώνα να συμπράξουν υπό την γενική ηγεσία του τοπικού άρχοντα φέροντος τον τίτλο του μπέη της Μάνης, Πέτρου Μαυρομιχάλη. Φυσικά, η σπουδαιότερη προϋπόθεση προκειμένου να πάρουν μέρος στον αγώνα οι Μανιάτες ήταν να λάβει την σχετική απόφαση ο Πετρόμπεης, κάτω από την εξουσία του οποίου θα συντάσσονταν όλοι οι πολέμαρχοι.

6. Τον Οκτώβριο του 1819 οι αρχηγοί συγκεντρώθηκαν στις Κιτριές, στο σπίτι του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, και υπέγραψαν συμφωνία για συνεννόηση και κοινή προετοιμασία. Στην Μάνη, όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου, υπήρχαν διαφωνίες ως προς το ποιος ήταν ο κατάλληλος χρόνος για την έναρξη της Επανάστασης. Οι οικογένειες των Μούρτζηνων (ή Τρουπάκηδων) και των Τζαννετάκηδων είχαν ταχθεί υπέρ της γρήγορης έναρξής της. Αντίθετα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι πρόκριτοι της Καλαμάτας για μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρούσαν επιφυλάξεις όχι για τον Αγώνα καθεαυτόν, αλλά για την εξασφάλιση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες το κίνημα θα μπορούσε να έχει αίσιο αποτέλεσμα. Ήθελαν, κυρίως, να προετοιμασθεί η Επανάσταση στην Μάνη, η οποία και το κατάλληλο έδαφος διέθετε αλλά και περισσότερη δύναμη σε άνδρες και όπλα.

7. Καθώς το κύρος του μυημένου στην Φιλική Εταιρεία Πετρόμπεη και η επιρροή του στον πληθυσμό της επαρχίας καθιστούσαν απαραίτητη την συμμετοχή του στον Αγώνα, οι Φιλικοί ήθελαν να τον πείσουν ότι η Επανάσταση όφειλε να ξεκινήσει, χωρίς καμμία καθυστέρηση, από την Μάνη. Μάλιστα, ακολουθώντας τις εντολές της Φιλικής Εταιρείας, ο Χριστόφορος Περραιβός, που ήταν μέλος της από το 1817, πήγε στην Μάνη επιφορτισμένος με το καθήκον να ανακοινώσει στους Μανιάτες τις παραγγελίες του Υψηλάντη για σύντομη έναρξη της Επανάστασης, πρώτα από την πατρίδα τους, και να τους ζητήσει να προβούν στις απαραίτητες προετοιμασίες.

8. Στο μεταξύ, ο Πετρόμπεης είχε κατορθώσει, για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα, να παραπλανήσει τους Τούρκους και να αποκρύψει την δράση και τις προετοιμασίες των τοπικών οπλαρχηγών.

α) Όμως, το ότι οι Φιλικοί της Κωνσταντινούπολης είχαν βοηθήσει τον γιο του, Γεώργιο -τον οποίο κρατούσαν οι Τούρκοι όμηρο στην Κωνσταντινούπολη, ως εγγυητή της πατρικής πίστης προς τον σουλτάνο-να δραπετεύσει, όπως και η συνακόλουθη άφιξη του νέου στην Μάνη, όπου και μετέδιδε με ενθουσιασμό τις ιδέες του υπέρ της Επανάστασης, δεν έμειναν τελικώς άγνωστα στους Τούρκους. Αντιθέτως, ενοχοποίησαν ακόμη περισσότερο τον Πετρόμπεη. Άλλωστε, η απειθαρχία του στην εντολή να συλλάβει τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα τον είχαν ήδη καταστήσει ύποπτο στην τουρκική διοίκηση, η οποία μάλιστα σχεδίαζε την αντικατάστασή του ως «μπάσμπογλου» της Μάνης.

β) Οι υποψίες των Τούρκων μετριάσθηκαν κάπως, όταν στα τέλη Φεβρουαρίου ο Τούρκος διοικητής της Πελοποννήσου, προκειμένου ν’ αποδυναμώσει το ενδεχόμενο της εξέγερσης στην επικράτειά του, κάλεσε όλους τους αρχιερείς και τους προκρίτους της Πελοποννήσου στην Τριπολιτσά, με το πρόσχημα της σύσκεψης, στην πραγματικότητα όμως για να τους κρατήσει εκεί. Ο Πετρόμπεης κατόρθωσε ν’ αποφύγει την μετάβασή του στην Τρίπολη, προφασιζόμενος ασθένεια. Έστειλε όμως στην θέση του τον γιο του, Αναστάσιο, εξασφαλίζοντας έτσι την απρόσκοπτη δράση των καπεταναίων.

9. Οι γιοι του Πετρόμπεη, νέοι σε ηλικία, αποφασιστικοί και γενναίοι, έπεισαν τον επίσης γενναίο αλλά με αυξημένο, λόγω της θέσης του, αίσθημα ευθύνης απέναντι στους συμπατριώτες του πατέρα τους, να υπερνικήσει τους όποιους δισταγμούς του όσον αφορά την καταλληλότητα της στιγμής για την μεγάλη Εθνεγερτική Έκρηξη. Ο Παπαφλέσσας και ο Περραιβός λειτουργούσαν ως δίαυλοι επικοινωνίας με τον μπέη και τους άλλους αρχηγούς. Ταυτόχρονα, από την νoτιοδυτική Αρκαδία, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, που συγκέντρωνε από τον Φεβρουάριο τρόφιμα και πολεμοφόδια, ήταν σε συχνή επικοινωνία με τους προκρίτους της Αχαΐας, οι οποίοι βρίσκονταν στην περιφέρεια των Καλαβρύτων, αλλά και με τον Πετρόμπεη. Με βάση όσα μόλις ανέφερα, αντιλαμβάνεται κανείς το πώς εξηγείται ο συγχρονισμός των γεγονότων στην Αχαΐα και στην Μεσσηνία.

10. Από τις γραπτές πηγές παραδίδεται ότι, τις παραμονές της Επανάστασης, οι αρχιερείς και πρόκριτοι της Αχαΐας, που επίσης είχαν αποφύγει την κράτησή τους στην Τριπολιτσά, ζήτησαν από τον Πετρόμπεη ν’ αρχίσει πρώτη η Μάνη τον Αγώνα.

α) Έτσι, ακολούθησε η συγκέντρωση όλων των Μανιατών οπλαρχηγών, ύστερα από πρόσκληση του Πετρόμπεη, την 17η Μαρτίου 1821, στην Τσίμοβα, την σημερινή Αρεόπολη, που ήταν η πρωτεύουσα των Μαυρομιχαλαίων. Εκεί «συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων», όπως μαρτυρεί ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης. Συγκεκριμένα, όλοι οι οπλαρχηγοί συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της πόλης, μπροστά στον Ναό των Ταξιαρχών.

β) Και στην θέση «Κοτρώνι» ύψωσαν την πρώτη επαναστατική σημαία, πρόχειρα κατασκευασμένη από λευκό ύφασμα, με γαλάζιο σταυρό στο κέντρο. Στην επάνω πλευρά έγραφε «Νίκη ή Θάνατος» -και όχι «Ελευθερία», γιατί η Μάνη εθεωρείτο ελεύθερη- και στην κάτω «ταν ή επί τας». Η σημαία ευλογήθηκε από τους ιερείς και όλοι οι αρχηγοί, με προεξάρχοντα τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη, ορκίσθηκαν γονυπετείς ότι ενωμένοι θ’ αγωνισθούν για την Ελευθερία του Έθνους. Ο παριστάμενος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ανέλαβε να διαβιβάσει την απόφαση αυτή στους οπλαρχηγούς της Μεσσηνίας, της Αρκαδίας και της Αχαΐας.

11. Τις μέρες που ακολούθησαν σημειώθηκαν δύο εξορμήσεις των Μανιατών.

α) Η πρώτη έγινε από τους αρχηγούς της Ανατολικής Μάνης, υπό τους Γρηγοράκηδες, προς την Μονεμβασιά και τον Μυστρά, όπως πιστοποιείται από επιστολή του Πρωτοσύγκελλου Γεράσιμου προς τον Παναγιώτη Κοσονάκο, στην οποία γνωστοποιείται η έναρξη του Επανάστασης και μεταφέρεται η προτροπή για την διάδοση της μεγάλης αυτής είδησης.

β) Στην δεύτερη πρωταγωνίστησαν οι αρχηγοί της Δυτικής Μάνης, υπό την ηγεσία του Πετρόμπεη, οι οποίοι συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους στην Μεσσηνία και κινήθηκαν προς την Καλαμάτα. Την επαύριο της απελευθέρωσης της Καλαμάτας, την 23η Μαρτίου 1821, έλαβε χώρα σύσκεψη των Οπλαρχηγών και αποφασίσθηκε η ίδρυση μιας Επαναστατικής Επιτροπής, η οποία ονομάσθηκε «Μεσσηνιακή εν Καλαμάτα Γερουσία» και ανέλαβε τον συντονισμό του Αγώνα. Τιμητικά η ηγεσία δόθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που έφερε πια τον τίτλο του «Αρχιστράτηγου των Σπαρτιατικών Δυνάμεων». Την ίδια μέρα η Μεσσηνιακή Γερουσία εξέδωσε προκήρυξη προς τις ευρωπαϊκές αυλές, της οποίας σώζεται το πρωτότυπο. Με το συγκλονιστικό αυτό κείμενο η Μεσσηνιακή Γερουσία γνωστοποιούσε στους Χριστιανικούς Λαούς της Ευρώπης την απόφαση του Έθνους, ύστερα από αιώνες ανυπόφορης δουλείας, ν’ αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό. Και ζητούσε την συνδρομή τους σ’ αυτόν τον υπέρ της Ελευθερίας και Ανεξαρτησίας Ιερό Αγώνα του.

ΙΙ. Επομένως, από την ηρωϊκή Επανάσταση των προγόνων σας στις 17 Μαρτίου 1821, που αποτέλεσε καθοριστικής σημασίας σταθμό στην Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, οφείλουμε να συναγάγουμε τα εξής, πολύτιμα, συμπεράσματα για την συλλογική μας πορεία και συνέχεια, ως Κράτους και ως Έθνους, μέσα στον πολύπλοκο σύγχρονο κόσμο:

Α. Μόνον ενωμένοι μπορούμε, όπως επανειλημμένως έχουμε αποδείξει στην μακραίωνη Ιστορία μας, να μεγαλουργήσουμε εμείς, οι Έλληνες. Αντιθέτως, η διχόνοια και ο διχασμός, όποτε κυριάρχησαν στην εθνική συλλογική μας ζωή, είχαν ως συνέπεια εθνικές καταστροφές. Σήμερα εορτάζουμε τα θετικά αποτελέσματα της επαναστατικής μεγαλουργίας, στην οποία μας οδήγησε η ομόνοια και η ομοψυχία, που χαρακτήρισαν την στάση και τις αποφάσεις των προκρίτων και του Λαού, κατά την Επανάσταση της 17ης Μαρτίου 1821. Δεν πρέπει ποτέ να το λησμονούμε αυτό το δίδαγμα.

Β. Όποιος στέκεται απέναντι στην Ιστορία με όρους αντικειμενικούς, οφείλει, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, ν’ αναγνωρίσει τον εξέχοντα ρόλο της Εκκλησίας σε όλους τους μεγάλους, Εθνικούς και Κοινωνικούς, Αγώνες του Λαού μας και του Έθνους μας. Το παράδειγμα των Ορθοδόξων Ταγών του Έθνους μας, όταν συνέπραξαν με τους Ηρωικούς Οπλαρχηγούς στην Αρεόπολη, στην Καλαμάτα και, κυρίως, στην Αγία Λαύρα, βεβαιώνει του «λόγου το ασφαλές».

Γ. Με βάση τις δύο προηγούμενες επισημάνσεις εμείς, οι Έλληνες, σήμερα διαμηνύουμε, προς κάθε κατεύθυνση, ότι είμαστε πρωτίστως Λαός και Έθνος της Ειρήνης και της Δημοκρατίας. Έχουμε όμως χρέος να υπερασπιζόμαστε, ανά πάσα στιγμή και έναντι πάντων, τα σύνορά μας, την εδαφική μας ακεραιότητα και την εθνική μας κυριαρχία -που τώρα πια είναι σύνορα, έδαφος και κυριαρχία και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- όπως καθορίζονται επακριβώς και δίχως ίχνος γκρίζων ζωνών από το Διεθνές Δίκαιο στο σύνολό του. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι Ένοπλες Δυνάμεις μας εγγυώνται ότι η Ελλάδα είναι η Ήρεμη εκείνη Δύναμη, η οποία σέβεται στο ακέραιο την φιλία και την καλή γειτονία, ταυτοχρόνως όμως είναι έτοιμη να εκπληρώσει το χρέος της έναντι του Έθνους των Ελλήνων αλλά και έναντι των λοιπών Λαών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κύριε Δήμαρχε,
Αναχωρώντας από τον Ιστορικό Δήμο Ανατολικής Μάνης, με τον άκρως τιμητικό τίτλο του Επίτιμου Δημότη του, θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι όσα εξέθεσα θ’ αποτελέσουν καθοριστικής σημασίας δείκτη πορείας κατά την άσκηση των καθηκόντων μου. Επιπλέον, διατηρώ τις καλύτερες αναμνήσεις της έξοχης φιλοξενίας που μου επιφυλάξατε, για την οποία και πάλι βαθύτατα σας ευχαριστώ.