Με ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Μαρία Καρυστιανού επιχειρεί να βάλει τέλος στον σάλο που προκάλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις της για το ζήτημα των αμβλώσεων, καταγγέλλοντας ότι η τοποθέτησή της αλλοιώθηκε σκόπιμα. Όπως τονίζει, η δημόσια συζήτηση που ζήτησε δεν αφορούσε περιορισμό δικαιωμάτων, αλλά τα βαθύτερα κοινωνικά αίτια που οδηγούν χιλιάδες γυναίκες σε μια εξαιρετικά δύσκολη επιλογή.
Η ίδια κάνει λόγο για οργανωμένη προσπάθεια «δολοφονίας χαρακτήρα», υποστηρίζοντας ότι μεγάλος αριθμός Μέσων Ενημέρωσης επέλεξε να αποσιωπήσει τα θεσμικά ζητήματα που έθεσε στη συνέντευξή της και να εστιάσει αποκλειστικά στο θέμα των αμβλώσεων, παραμερίζοντας –όπως σημειώνει– κρίσιμα προβλήματα της χώρας, όπως τα κυβερνητικά σκάνδαλα, τη θεσμική εκτροπή, την ακρίβεια, τη φτωχοποίηση, αλλά και την κρίση σε υγεία και παιδεία.
Η κ. Καρυστιανού ξεκαθαρίζει ότι κανένα ανθρώπινο δικαίωμα δεν τίθεται σε διαπραγμάτευση ούτε μπορεί να αποτελεί πεδίο πολιτικών παιχνιδιών. Όσοι, όπως αναφέρει, επιτίθενται εναντίον της με αφορμή ένα σύνθετο ιατρικό και νομικό ζήτημα, δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικά ούτε για τη θέση της γυναίκας, ούτε για τη μητρότητα, το δημογραφικό πρόβλημα ή τα δικαιώματα των παιδιών.
Σύμφωνα με την ίδια, το πραγματικό διακύβευμα είναι να ανακοπεί η δυναμική ενός ευρύτερου κοινωνικού κινήματος που επιχειρεί να επαναφέρει την κοινωνία στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Όπως διευκρινίζει, η ανάγκη για συζήτηση αφορά τα κοινωνικά ελλείμματα που ωθούν γυναίκες και ζευγάρια στην άμβλωση, όπως η ανεπαρκής ενημέρωση, η απουσία συστηματικής σεξουαλικής αγωγής, η περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονες μεθόδους αντισύλληψης και τα σοβαρά κενά στην κοινωνική πρόνοια.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι ο διάλογος πρέπει να στραφεί στη δημιουργία ουσιαστικών δομών στήριξης για εγκύους και νέες μητέρες, στη δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού, στην ενίσχυση της μονογονεϊκής οικογένειας και σε πολιτικές που επιτρέπουν στις γυναίκες να μη βρίσκονται αντιμέτωπες με το δίλημμα μεταξύ κύησης, εργασίας και σπουδών.
Κλείνοντας, επισημαίνει ότι η δημογραφική και κοινωνική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με περιορισμούς δικαιωμάτων, αλλά με ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Η ελευθερία της γυναίκας, όπως τονίζει, αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν συνοδεύεται από οικονομική ασφάλεια, πρόσβαση στην υγεία, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και πραγματική προστασία της μητρότητας.