Την έναρξη μιας νέας εποχής για την περιφερειακή τηλεόραση σηματοδοτεί το νομοσχέδιο που επεξεργάζεται η αρμόδια επιτροπή της Βουλής, βάζοντας οριστικό τέλος σε μια θεσμική και νομική εκκρεμότητα που διαρκεί σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Όπως επεσήμανε ο υφυπουργός στον πρωθυπουργό και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, οι περιφερειακοί σταθμοί λειτουργούσαν για 28 χρόνια υπό ένα άναρχο και ουσιαστικά αρρύθμιστο καθεστώς «νόμιμης λειτουργίας», συμμετέχοντας στη διαφημιστική αγορά χωρίς αυστηρούς ελέγχους.
Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία εισάγει μια ολοκληρωμένη και διαφανή διαδικασία αδειοδότησης, η οποία αναμένεται να αναβαθμίσει την αξία των σταθμών και το παρεχόμενο τηλεοπτικό προϊόν, επιβάλλοντας παράλληλα σαφείς κανόνες, η τήρηση των οποίων θα ελέγχεται συστηματικά από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.
Το νέο πλαίσιο εγγυάται τη θωράκιση της αγοράς από τον αθέμιτο ανταγωνισμό σταθμών «φαντασμάτων» που χρησιμοποιούν τον δημόσιο πόρο των συχνοτήτων χωρίς να πληρούν τα απαραίτητα κριτήρια, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει τις υφιστάμενες θέσεις εργασίας και ανοίγει τον δρόμο για νέες, ορίζοντας έναν ελάχιστο υποχρεωτικό αριθμό εργαζομένων ανά κανάλι.
Αντίθετα με παλαιότερα αποτυχημένα μοντέλα που βασίζονταν σε πλειοδοτικές δημοπρασίες, η τρέχουσα διαδικασία θέτει αυστηρές ποιοτικές και λειτουργικές προϋποθέσεις.
Οι ενδιαφερόμενοι φορείς θα πρέπει να αποδεικνύουν τη φορολογική και ασφαλιστική τους ενημερότητα, να εξασφαλίζουν την πλήρη διαφάνεια του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος με τη γνωστοποίηση κάθε μετόχου που κατέχει ποσοστό άνω του 1%, να προσκομίζουν καθαρό ποινικό μητρώο και να διαθέτουν τις κατάλληλες κτιριακές υποδομές, τεχνολογικό εξοπλισμό και προγραμματική πληρότητα.
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους, οι αδειοδοτημένοι σταθμοί θα υποχρεούνται να διατηρούν τον χαρακτήρα (ενημερωτικό ή μη) για τον οποίο εγκρίθηκαν και να συμμορφώνονται με αυστηρούς περιορισμούς στη δικτύωση, ώστε να αποτρέπεται η παράνομη αναμετάδοση προγράμματος που υποκρύπτει εθνική εμβέλεια.
Ως αντάλλαγμα για την εποπτεία τους, οι σταθμοί θα καταβάλλουν ένα συμβολικό ετήσιο τέλος υπέρ του ΕΣΡ, το οποίο θα υπολογίζεται με βάση πληθυσμιακά κριτήρια ανά Περιφερειακή Ζώνη. Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει ήδη μεριμνήσει για την πλήρη επιδότηση του μηνιαίου κόστους εκπομπής των νόμιμων σταθμών προς τον πάροχο δικτύου για την τριετία 2026-2028, ενώ σε συνεργασία με το υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζεται πρόγραμμα επιδότησης για τους πολίτες, προκειμένου να αντικαταστήσουν παλιές τηλεοπτικές συσκευές ώστε να έχουν πρόσβαση στο νέο σήμα υψηλής ευκρίνειας (HD).
Το νομοσχέδιο επιδεικνύει επίσης ευελιξία, προσφέροντας μια δεύτερη ευκαιρία τρίμηνης παράτασης λειτουργίας και υποβολής φακέλου για όσους σταθμούς δεν καταφέρουν να αδειοδοτηθούν στην πρώτη φάση, ενώ θεσπίζει ειδική προστασία για τις δημοτικές ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις, επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν τη λειτουργία τους σε τυπική ευκρίνεια ακόμη και αν δεν λάβουν άδεια.
Προκειμένου να ανταποκριθεί στον διευρυμένο και απαιτητικό εποπτικό του ρόλο, το ΕΣΡ ενισχύεται ριζικά με αύξηση του προσωπικού του κατά 62%, στελεχώνοντας τις υπηρεσίες του με εξειδικευμένους επιστήμονες και δημιουργώντας αυτοτελές γραφείο νομικής υποστήριξης. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η παρέμβαση αυτή, που αποτελεί προϊόν εκτενούς διαβούλευσης με τους ανθρώπους του κλάδου, βασίζεται στις αρχές της λογοδοσίας και της βιωσιμότητας, ενδυναμώνοντας τελικά την ίδια την ελευθερία του Τύπου στη χώρα.