Η στασιμότητα στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ και Ιράν φαίνεται να αυξάνει την ένταση, με τον Τραμπ να επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο νέας αμερικανικής επιχείρησης στα Στενά του Ορμούζ.
Η εκπαίδευση, η οποία πραγματοποιήθηκε στο κατάστρωμα του πλοίου αμφίβιων επιχειρήσεων USS Tripoli (LHA-7), εστίασε σε τεχνικές ταχείας ρίψης και επιβίβασης από αέρος.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι αμερικανικές δυνάμεις παρενέβησαν εναντίον του δεξαμενόπλοιου «Hasna», το οποίο έπλεε σε διεθνή ύδατα με προορισμό ιρανικό λιμάνι στον Κόλπο του Ομάν.
Μαχητικά αεροσκάφη F/A-18 Super Hornet του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ απογειώνονται από το αεροπλανοφόρο USS «Αβραάμ Λίνκολν» (CVN-72), στο πλαίσιο επιχειρησιακής ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή, σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM).
Δύο εμπορικά πλοία με αμερικανική σημαία πέρασαν με επιτυχία τα Στενά του Ορμούζ, παρά τον αποκλεισμό που έχει επιβάλει το Ιράν, όπως ανακοίνωσε η U.S. Central Command (CENTCOM).
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) διαψεύδει πληροφορίες του ιρανικού πρακτορείου ειδήσεων, σύμφωνα με τις οποίες πύραυλοι έπληξαν αμερικανικό πολεμικό πλοίο.
Η επιχείρηση παρουσιάζεται από την Ουάσιγκτον ως πρωτοβουλία για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και περιλαμβάνει την ανάπτυξη αντιτορπιλικών, αεροσκαφών, μη επανδρωμένων συστημάτων και περίπου 15.000 στρατιωτικών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πενταγώνου, το Ιράν έχει απωλέσει έσοδα ύψους 4,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθώς 31 πετρελαιοφόρα που μεταφέρουν 53 εκατομμύρια βαρέλια αργού παραμένουν εγκλωβισμένα στον Κόλπο του Ομάν, αδυνατώντας να παραδώσουν το φορτίο τους.
Η Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν τις περιπολίες σε διεθνή ύδατα, στο πλαίσιο της επιβολής ναυτικού αποκλεισμού κατά του Ιράν.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, βρίσκεται στο τελικό στάδιο λήψης αποφάσεων, έχοντας ήδη ενημερωθεί από την ηγεσία της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM) για μια σειρά επιθετικών στρατιωτικών επιλογών.
Ενημέρωση για νέα σχέδια ενδεχόμενης στρατιωτικής δράσης κατά του Ιράν αναμένεται να λάβει ο πρόεδρος Τραμπ, από τον διοικητή της CENTCOM, ναύαρχο Μπραντ Κούπερ.
Μεταξύ των σεναρίων που έχουν επεξεργαστεί οι αμερικανικές στρατιωτικές αρχές περιλαμβάνεται ένα σχέδιο για σύντομες αλλά ισχυρές επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν, με στόχο την επιτάχυνση των εξελίξεων στο διπλωματικό πεδίο.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της CENTCOM μέσω της πλατφόρμας X, το πυρηνοκίνητο πλοίο πλέει ήδη στον Ινδικό Ωκεανό, κατευθυνόμενο προς την καρδιά της περιοχής επιχειρήσεων.
Η Κεντρική Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ (CENTCOM) επιβεβαίωσε την κατάσχεση του ιρανικού εμπορικού πλοίου «Touska», σε ένα περιστατικό που εντείνει την ήδη εύθραυστη κατάσταση στην περιοχή και τροφοδοτεί ανησυχίες για κατάρρευση της εκεχειρίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Με τη συνδρομή προηγμένων μέσων επιτήρησης, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-9 και τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας P8, ο αμερικανικός στρατός παρακολουθεί στενά κάθε κίνηση στις ακτές του Ιράν, διασφαλίζοντας την απαγόρευση εισόδου και εξόδου σκαφών.
Με τη δημοσιοποίηση οπτικού υλικού από αεροπλανοφόρο που περιπολεί στην περιοχή, ο αμερικανικός στρατός κατέστησε σαφές ότι η πολιορκία των ιρανικών ακτών είναι πλέον καθολική.
Αν και η αμερικανική -και όχι μόνο- αντιπολίτευση σπεύδει να χαρακτηρίσει την απόφαση ως μια πράξη απόγνωσης του Λευκού Οίκου για την ανάκτηση του ελέγχου, η πραγματικότητα υποδεικνύει έναν στρατηγικό σχεδιασμό που μελετάται εδώ και δεκαπεντετίες στα επιτελεία της CENTCOM.
Η Ουάσινγκτον προχωρά σε μια επιθετική κίνηση πλήρους απομόνωσης της Τεχεράνης, με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, να ανακοινώνει την παρεμπόδιση των κινεζικών δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν ιρανικό πετρέλαιο μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η αμερικανική στρατιωτική διοίκηση αναμένεται να κηρύξει επίσημα την έναρξη των επιχειρήσεων, θέτοντας υπό αυστηρό έλεγχο κάθε κίνηση πλοίου που προσεγγίζει ή αποχωρεί από ιρανικά λιμάνια.
Η κινητικότητα αυτή, που καταγράφεται από διεθνή δεδομένα ναυσιπλοΐας, καταδεικνύει πως η Ουάσινγκτον επιδιώκει τη διατήρηση της μέγιστης επιχειρησιακής ετοιμότητας, την ώρα που η περιφερειακή σταθερότητα κρέμεται από μια κλωστή.