Ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανακούφιση την αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, η Τουρκία φαίνεται να ακολουθεί την αντίθετη πορεία, εντείνοντας την επιθετική της ρητορική και τις προκλήσεις στο πεδίο.
Παρά τις προσπάθειες για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στην Κύπρο, η Άγκυρα και το κατοχικό καθεστώς κλιμακώνουν τις απειλές τους, με αξιωματούχους να απορρίπτουν κάθε ενδεχόμενο αποχώρησης στρατευμάτων και να στοχοποιούν τη συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου με τη Δύση.
Η Τουρκία εξελίσσεται σε μια απειλή ανάλογη με εκείνη του Ιράν, χρησιμοποιώντας τον «μανδύα» του ΝΑΤΟ για να καλύψει τις νεο-οθωμανικές της φιλοδοξίες και τη στρατηγική του «επιτήδειου ουδέτερου» που στοχεύει στην περιφερειακή ηγεμονία.
Η σύγκριση μεταξύ Τουρκίας και Ιράν αποκαλύπτει κοινά χαρακτηριστικά, όπως η προβολή ισχύος μέσω σύγχρονων εξοπλιστικών προγραμμάτων, η χρήση της θρησκείας στην πολιτική και η αμφισβήτηση των υφιστάμενων ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα φαίνεται να προσδοκά την αποδυνάμωση των άλλων παικτών της περιοχής μέσω της κατατριβής τους σε πολεμικές συγκρούσεις, ώστε να ενισχύσει τη δική της θέση. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιμονή της στην «Γαλάζια Πατρίδα» και οι αποβατικές ασκήσεις στο Αιγαίο επιβεβαιώνουν μια αμετακίνητη στάση που δεν αφήνει περιθώρια για ευελιξία στο Κυπριακό ή στα ελληνοτουρκικά.
Υπό το πρίσμα αυτών των απειλών, κρίνεται επιβεβλημένη η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας του ελληνισμού. Η συνέχιση της παρουσίας ελληνικών αεροναυτικών δυνάμεων στην Κύπρο θεωρείται νομικά και ηθικά δικαιολογημένη, καθώς η Ελλάδα παραμένει εγγυήτρια δύναμη με υποχρέωση προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Παράλληλα, προτείνεται η θεσμική θωράκιση μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 για αυτόματη στρατιωτική συνδρομή, καθώς και η δημιουργία μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής δύναμης με έδρα την Κύπρο, η οποία θα λειτουργεί ως ανάχωμα στην επεκτατική πολιτική της Άγκυρας.