Ένα φιλόδοξο σχέδιο που έρχεται από το οθωμανικό παρελθόν επιχειρεί να αναβιώσει η Τουρκία, στην προσπάθειά της να μετατραπεί στον απόλυτο εφοδιαστικό κόμβο της Μέσης Ανατολής.
Στις 10 Ιουνίου 2026, Άγκυρα και Ριάντ υπέγραψαν συμφωνία για την ανασυγκρότηση του ιστορικού σιδηροδρόμου της Χετζάζ (Hejaz Railway). Στόχος είναι η δημιουργία ενός νέου εμπορικού διαδρόμου που θα συνδέει τον Περσικό Κόλπο με την Ευρώπη, διασχίζοντας τη Σαουδική Αραβία, την Ιορδανία, τη Συρία και την Τουρκία.
Η νέα αυτή διαδρομή —που σχεδιάζεται να ξεκινά από τη Σαουδική Αραβία, να περνά από το λιμάνι της Άκαμπα στην Ιορδανία, το Αμάν, τη Δαμασκό και το Χαλέπι πριν καταλήξει σε τουρκικό έδαφος— εξυπηρετεί δύο βασικές γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας: την ενίσχυση της επιρροής της στην περιοχή του Λεβάντε και τη δημιουργία ενός ισχυρού αντίβαρου στον οικονομικό διάδρομο IMEC (Ινδία - Μέση Ανατολή - Ευρώπη), ο οποίος έχει ως κεντρικό διαμετακομιστικό σταθμό το Ισραήλ.
Τούρκοι αξιωματούχοι, μάλιστα, δεν κρύβουν ότι το έργο στοχεύει ευθέως στη μείωση της ισραηλινής επιρροής στην περιοχή, προωθώντας την πολιτική και οικονομική αλληλεγγύη μεταξύ των μουσουλμανικών κρατών.
Παρά τον ενθουσιασμό, η υλοποίηση του έργου βρίσκεται αντιμέτωπη με τεράστιες οικονομικές και στρατιωτικές προκλήσεις. Η τρέχουσα συμφωνία περιορίζεται σε μνημόνια κατανόησης και δεν αποτελεί πράσινο φως για κατασκευή, καθώς δεν υπάρχει καθορισμένος μηχανισμός χρηματοδότησης ούτε κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο μεταξύ των χωρών.
Το μεγαλύτερο «αγκάθι» είναι η Συρία, από όπου διέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των γραμμών.
Η χώρα παραμένει ασταθής, με το κόστος ανοικοδόμησης να ξεπερνά τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Δαμασκός δεν ελέγχει πλήρως τα νότια εδάφη της, όπου καταγράφεται παρουσία ισραηλινών δυνάμεων αλλά και τοπικές εντάσεις. Επιπλέον, κανένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα ρίσκαρε δισεκατομμύρια σε μια εμπόλεμη ζώνη χωρίς εγγυήσεις ασφαλείας.
Η εξέλιξη αυτή κινητοποιεί και την Ουάσιγκτον. Αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να είναι επιφυλακτικές απέναντι σε έργα υποδομής που υποκινούνται από γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.
Αντίθετα, προτείνεται η αμερικανική πλευρά να πιέσει για την ταχύτερη υλοποίηση του IMEC, εναρμονίζοντας τις τελωνειακές και λιμενικές διαδικασίες των εταίρων της, ώστε να στείλει ένα σαφές μήνυμα στην Τουρκία ότι η Ουάσιγκτον παραμένει προσηλωμένη σε εμπορικά βιώσιμα δίκτυα και όχι σε περιφερειακές αντιπαλότητες.