Κρατικές επενδύσεις δύο δεκαετιών έχουν μεταβάλει ριζικά το προφίλ της Τουρκίας, μετατρέποντάς την από μια χώρα που εξαρτιόταν σχεδόν απόλυτα από εισαγωγές όπλων, σε έναν υπολογίσιμο εξαγωγέα στρατιωτικού εξοπλισμού και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Σύμφωνα με εκτενή ανάλυση του πρακτορείου Reuters, η Άγκυρα επιχειρεί πλέον να εκμεταλλευτεί αυτή τη βιομηχανική ωριμότητα σε μια συγκυρία διεθνούς αστάθειας, όπου η Δύση επανεξοπλίζεται και οι συμμαχίες ασφαλείας αναδιαμορφώνονται.
Σήμερα, τα τουρκικά οπλικά συστήματα διοχετεύονται σε περίπου 40 χώρες στον Κόλπο, την Αφρική, την Ασία αλλά και την Ευρώπη, με τους αγοραστές να ελκύονται από το χαμηλότερο κόστος, την ταχύτητα παράδοσης και την ευελιξία των συστημάτων σε σχέση με τις δυτικές εναλλακτικές.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι αμφιβολίες για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας αναγκάζουν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τις αμυντικές τους ανάγκες.
Στο πλαίσιο αυτό, αρκετοί σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ αρχίζουν να βλέπουν την Τουρκία όχι απλώς ως ένα στρατιωτικό ανάχωμα στη νοτιοανατολική πτέρυγα, αλλά και ως έναν εν δυνάμει βιομηχανικό εταίρο.
Τα εμπορικά στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή τη δυναμική, καθώς οι τουρκικές αμυντικές εξαγωγές –στις οποίες ξεχωρίζουν τα drones της εταιρείας Baykar που χρησιμοποιεί η Ουκρανία– υπερτριπλασιάστηκαν από το 2021, αγγίζοντας πέρυσι τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που μεταφράζεται στο 3,7% του εγχώριου ΑΕΠ.
Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η πορεία των εξαγωγών προς την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες σχεδόν τετραπλασιάστηκαν την ίδια περίοδο, φτάνοντας τα 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται στην ωρίμανση εγχώριων κολοσσών όπως η Baykar και η Turkish Aerospace Industries, αλλά και μικρότερων εταιρειών, οι οποίες στηρίχθηκαν στην κρατική χρηματοδότηση και επέδειξαν μεγάλη προσαρμοστικότητα, καλύπτοντας τα κενά παραγωγής των δυτικών βιομηχανιών.
Στόχος της κρατικής υπηρεσίας αμυντικής βιομηχανίας είναι ο διπλασιασμός αυτών των εξαγωγών μέσα στην επόμενη διετία, ώστε να εισρεύσουν πολύτιμα έσοδα στην οικονομία.
Πάντως, η ίδια η Τουρκία, εγκλωβισμένη γεωγραφικά ανάμεσα στις συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Ιράν, αντιμετωπίζει σοβαρά δικά της κενά στην αεράμυνα και την παραγωγή κινητήρων, τα οποία ελπίζει να καλύψει μέσω διεθνών συνεργασιών και μεταφοράς τεχνολογίας.
Όπως εξηγούν αναλυτές, ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι οι σύγχρονες συγκρούσεις κρίνονται σε μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητα διαρκούς βιομηχανικής παραγωγής, έναν τομέα όπου η Τουρκία έχει πλέον κερδίσει αξιοπιστία, ελέγχοντας μάλιστα το 65% της παγκόσμιας αγοράς οπλισμένων drones.
Η Άγκυρα ποντάρει πολλά στην επερχόμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τον επόμενο μήνα, όπου θα φιλοξενήσει τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και άλλους ηγέτες, επιδιώκοντας να κλείσει συμφωνίες κοινής παραγωγής.
Το μεγάλο αγκάθι παραμένει η αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι τουρκικές εταιρείες προσκρούουν σε γραφειοκρατικούς περιορισμούς που ευνοούν μόνο τα κράτη-μέλη, αλλά και σε πολιτικές αντιστάσεις. Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κρατούν αποστάσεις από την Άγκυρα λόγω διπλωματικών διαφωνιών και ανησυχιών για τη διολίσθηση των δημοκρατικών θεσμών και των δικαστικών πιέσεων προς την αντιπολίτευση στην Τουρκία.
Παρά τις αντιδράσεις αυτές, αλλά και τις επικοινωνιακές αστοχίες της Άγκυρας –όπως η πρόσφατη παρουσίαση βίντεο με βαλλιστικό πύραυλο που προσομοίωνε πλήγμα στη Βόρεια Αμερική– τουρκικές εταιρείες έχουν ήδη διεισδύσει σε χώρες όπως η Πολωνία, η Ισπανία και η Ρουμανία, ενώ έχουν γίνει και εξαγορές στην Ιταλία.
Καθώς οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατακόρυφα κατά 24% την τελευταία πενταετία, αγγίζοντας τα 2,9 τρισεκατομμύρια δολάρια, η Τουρκία διπλασίασε τα ερευνητικά της προγράμματα.
Ειδικοί του κλάδου εκτιμούν ότι οι προϋποθέσεις για βαθύτερη σύγκλιση της Τουρκίας με την Ευρώπη υπάρχουν, ωστόσο απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση σε υψηλό επίπεδο για να ξεπεραστούν τα πολιτικά εμπόδια, σε μια περίοδο που η Άγκυρα επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τη Δύση.