Tι θέλουν πραγματικά οι Ευρωπαίοι;

Tι θέλουν πραγματικά οι Ευρωπαίοι;
Ενημερώθηκε: 05/05/19 - 03:50
Του Ivan Krastev*

Σε λιγότερο από έναν μήνα, οι Ευρωπαίοι θα εκλέξουν το νέο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Αν διαβάσετε τις μεγάλες εφημερίδες κι ακούσετε τους πολιτικούς ηγέτες, θα φτάσετε στο συμπέρασμα ότι το ευρωπαϊκό εκλογικό σώμα είναι πολωμένο και οι ψηφοφόροι είναι έτοιμοι να κάνουν μια μοιραία επιλογή. 

Αυτές οι εκλογές, θα ακούσετε, θα είναι ένα είδος δημοψηφίσματος. Η άκρα Δεξιά περιμένει να αποτελέσουν ένα δημοψήφισμα για τη μετανάστευση (ή, ακριβέστερα, για την αποτυχία των Βρυξελλών να αντιμετωπίσουν τη μετανάστευση), ενώ οι προοδευτικοί φιλοευρωπαίοι βλέπουν ένα δημοψήφισμα για την ίδια την επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. 

Οι ακροδεξιοί ελπίζουν οι ευρωεκλογές να έχουν το αποτέλεσμα που είχε η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, ενώ οι φιλοευρωπαίοι προοδευτικοί ελπίζουν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης να θυμίζει το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, όταν ο Εμανουέλ Μακρόν θριάμβευσε επί της Μαρίν Λεπέν.

Κι οι δύο πλευρές, μας λένε, συμφωνούν σε ένα πράγμα: ότι οι εκλογές θα είναι μια μάχη μεταξύ εθνικολαϊκιστών και στρατευμένων Ευρωπαϊστών.

Μόνο που όλα αυτά είναι μάλλον μακριά από την πραγματικότητα.

Μια εκλογική έρευνα μεταξύ 50.000 ανθρώπων από 14 χώρες της ΕΕ που πραγματοποίησε το ίδρυμα YouGov για λογαριασμό του European Council on Foreign Relations έδειξε ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν το ευρωπαϊκό κλίμα την παραμονή των εκλογών και στην πραγματικότητα. 

Η έννοια του πολωμένου εκλογικού σώματος ταιριάζει στην Πολωνία, όπου το να διασχίσεις τη γραμμή που χωρίζει την εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση από την αντιπολίτευση είναι εξίσου απίθανο με το να περάσεις στο στρατόπεδο του εχθρού σε καιρό πολέμου. Για τις υπόλοιπες χώρες, όμως, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ψηφοφόροι δεν μπορούν να πειστούν να αλλάξουν γνώμη. Είναι ότι δεν μπορούν να διαμορφώσουν γνώμη.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θέλουν αλλαγή, αλλά αυτή η επιθυμία μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς και διάφορους τρόπους.

Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, οι ψηφοφόροι στις τοπικές εκλογές του περασμένου Μαρτίου υποστήριξαν ένα δεξιό και ξενόφοβο κόμμα.

Τον ίδιο μήνα, οι Σλοβάκοι εξέλεξαν πρόεδρο μια φιλελεύθερη πολιτικό. Και οι δύο ψήφοι ήταν κατά του στάτους κβο.

Στην Ολλανδία, όμως, στάτους κβο ήταν τα συστημικά κόμματα, ενώ στη Σλοβακία ήταν οι σοσιαλιστές.

Αυτό που συμβαίνει δεν είναι ότι το κατεστημένο κινείται προς το περιθώριο, αλλά ότι οι ψηφοφόροι κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις, από τα αριστερά προς τα δεξιά, από την αντισυστημική ψήφο προς το κατεστημένο. Το διαρκές πέρασμα των ιδεολογικών συνόρων είναι η φετινή εκδοχή της μεταναστευτικής κρίσης της Ευρώπης.

Στην περίπτωση της μετανάστευσης των ψηφοφόρων, όμως, ο ρυθμός των επιστροφών μοιάζει δραματικά ψηλότερος. Πάνω από τους μισούς ψηφοφόρους που λένε ότι σχεδιάζουν να ψηφίσουν αντισυστημικά κόμματα λένε επίσης ότι σκέπτονται να αλλάξουν την ψήφο τους.

Η αβεβαιότητα για αυτές τις εκλογές είναι απόλυτη. Τουλάχιστον το 15% των ψηφοφόρων δεν έχουν αποφασίσει τι θα ψηφίσουν. Και μεταξύ αυτών που έχουν αποφασίσει, το 70% είναι ταλαντευόμενοι ψηφοφόροι. Αυτό σημαίνει ότι 97 εκατομμύρια ψηφοφόροι είναι «στον αέρα».

Ισως όμως να υπάρχει κάτι που ενώνει τους ψηφοφόρους στην Ευρώπη.

Το 1668, ο ελβετός φυσικός Γιοχάνες Χόφερ επινόησε τον όρο «νοσταλγία» για να περιγράψει μια νέα ασθένεια. Το σύμπτωμά της ήταν βασικά μια μελαγχολία που απέρρεε από την επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα. Αυτοί που υπέφεραν από τη συγκεκριμένη ασθένεια παραπονούνταν ότι άκουγαν φωνές και έβλεπαν φαντάσματα. Η σημερινή Ευρώπη απειλείται λοιπόν από μια επιδημία νοσταλγίας. Οι ευρωπαίοι ψηφοφόροι διακατέχονται από οργή, σύγχυση και νοσταλγία.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο κόσμος ήταν καλύτερος χθες απ’ό,τι είναι σήμερα, αλλά δεν είναι σίγουροι για το πότε ήταν αυτό το λαμπρό χθες. Φοβούνται ότι τα παιδιά τους θα είναι αύριο σε χειρότερη κατάσταση από τη σημερινή, αλλά δεν ξέρουν πώς να το αποτρέψουν.

Το παράδοξο της Ευρώπης είναι ότι οι Ευρωπαίοι πιστεύουν ότι ο κόσμος ήταν καλύτερα χθες, δεν συμφωνούν όμως για το πότε ήταν αυτή η χρυσή εποχή. Τα ξενόφοβα κόμματα ονειρεύονται την εποχή των εθνικά ομοιογενών κρατών - σαν να υπήρχε ποτέ αυτή η εποχή -, ενώ πολλοί στην Αριστερά νοσταλγούν τον προοδευτισμό που χαρακτήριζε κάποτε την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Οι ευρωπαίοι ψηφοφόροι είναι διχασμένοι ανάμεσα στην επιθυμία τους για αλλαγή και τη νοσταλγία τους για το παρελθόν. Η Ευρώπη δεν είναι χωρισμένη ανάμεσα σ’αυτούς που πιστεύουν στις Βρυξέλλες και σ’εκείνους που πιστεύουν στα εθνικά τους κράτη - η μεγαλύτερη ομάδα εξακολουθεί να αποτελείται από εκείνους που αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τόσο την ΕΕ όσο και τα εθνικά κράτη.

Αυτό που ενώνει τους Ευρωπαίους είναι ο φόβος ότι το χθες ήταν καλύτερο από το σήμερα, αλλά το σήμερα θα είναι καλύτερο από το αύριο.

Αναρωτιέται κανείς αν οι ευρωεκλογές θα οξύνουν την ασθένεια και θα εντείνουν τη μελαγχολία ή θα αποτελέσουν το πρώτο στάδιο της ανάκαμψης.

Ένα είναι σίγουρο: τα σύνορα ανάμεσα στα φιλοευρωπαϊκά συστημικά κόμματα και τα ευρωσκεπτικιστικά αντισυστημικά κόμματα είναι σήμερα τα λιγότερο φρουρούμενα σύνορα της Ευρώπης.

Οι επόμενες εκλογές θα είναι κρίσιμες για το πού θα αναζητήσουν καταφύγιο οι πλειοψηφίες.

*Ο Ιβαν Κράστεφ είναι συγγραφέας και πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών της Σόφιας

ΠΗΓΗ: The New York Times via ΑΠΕ-ΜΠΕ