Η προσδοκία του Ντόναλντ Τραμπ και του Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι μια στρατιωτική επικράτηση επί του Ιράν θα αναμόρφωνε ριζικά τη Μέση Ανατολή προς όφελός τους διαψεύδεται στην πράξη.
Σύμφωνα με εμπεριστατωμένη ανάλυση του BBC, η περιοχή πράγματι μεταβάλλεται, αλλά προς μια κατεύθυνση εντελώς διαφορετική από αυτή που είχαν προβλέψει η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ.
Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν έχει ηττηθεί, και πλέον ορατός είναι ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης, μόνιμης κρίσης που θα ξεσπά κατά διαστήματα μετωπικά.
Η ανθεκτικότητα της Τεχεράνης και η κατάρριψη του Apache
Όπως επισημαίνει το βρετανικό δίκτυο, οι δύο ηγέτες υποτίμησαν σοβαρά την αντοχή του ιρανικού καθεστώτος. Οι εκτιμήσεις τους αποδείχθηκαν λανθασμένες και οι γεωπολιτικές συνέπειες έχουν πλέον ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Πιο πρόσφατο δείγμα αυτής της τροπής αποτελεί η κατάρριψη ενός αμερικανικού επιθετικού ελικοπτέρου Apache από τις ιρανικές δυνάμεις.
Το περιστατικό αυτό υπενθυμίζει ότι η ηγεσία της Τεχεράνης διατηρεί την ικανότητα να καταφέρει πλήγματα στους Αμερικανούς και δεν προτίθεται να υποχωρήσει, θεωρώντας την επιβίωσή της και την αναγνώριση του ελέγχου της στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ ως τη μοναδική διέξοδο νίκης.
Παρότι το πλήρωμα επέζησε —αποτρέποντας έτσι μια πολύ πιο σκληρή αμερικανική στρατιωτική απάντηση— ο Λευκός Οίκος καλείται τώρα να ζυγίσει την αντίδρασή του: πρέπει να δείξει πυγμή χωρίς όμως να τινάξει στον αέρα την αργή και, μέχρι στιγμής, αναποτελεσματική διπλωματική διαδικασία.
Το ιστορικό μάθημα του πολέμου
Ο Τραμπ, ο οποίος βασιζόταν σε μια μελλοντική συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και τη διευθέτηση του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, έρχεται αντιμέτωπος με την αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία δεν επιθυμεί έναν πόλεμο. Πλέον, τόσο ο ίδιος όσο και ο Νετανιάχου έρχονται αντιμέτωποι με ένα διαχρονικό μάθημα της ιστορίας: είναι πάντα πολύ πιο εύκολο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο παρά να τον τερματίσεις με μια καθαρή νίκη.
Όταν οι δύο χώρες ξεκίνησαν τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, οι ηγέτες τους εμφανίζονταν βέβαιοι για την πτώση του καθεστώτος που κυβερνά από το 1979.
Ο Τραμπ υποσχόταν στους Ιρανούς αντιφρονούντες ότι «η βοήθεια έρχεται» και ο Νετανιάχου δήλωνε ότι έφτασε η στιγμή που περίμενε επί 40 χρόνια για να πλήξει το «τρομοκρατικό καθεστώς», θεωρώντας ανέκαθεν το Ιράν —και όχι τους Παλαιστίνιους ή τους Άραβες γείτονες— ως τη μοναδική υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ.
Η διάψευση των προσδοκιών
Παρά το γεγονός ότι το Ιράν ήταν αποδυναμωμένο από τις κυρώσεις, τις εσωτερικές ταραχές του Ιανουαρίου, την ανατροπή του Άσαντ στη Συρία και τα πλήγματα κατά της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ υπερεκτίμησαν τη στρατιωτική τους ισχύ. Θεώρησαν εσφαλμένα ότι η εξόντωση της ανώτατης ιρανικής ηγεσίας θα προκαλούσε εσωτερική κατάρρευση, παραγνωρίζοντας ότι το καθεστώς είναι δομημένο να επιβιώνει σε συνθήκες μόνιμης απειλής εδώ και μισό αιώνα.
Την ίδια ώρα, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο (όπως τα ΗΑΕ και το Μπαχρέιν) βλέπουν το όραμά τους για μια οικονομική «όαση σταθερότητας» να κλονίζεται, καθώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από τον Μάρτιο προκαλεί σοβαρά πλήγματα στην παγκόσμια οικονομία, τον τουρισμό και τις επενδύσεις.
Ο παράγοντας του Λιβάνου και η επόμενη ημέρα
Η νέα γενιά των Ιρανών ηγετών εμφανίζεται ακόμη πιο σκληροπυρηνική και πρόθυμη να αναλάβει ρίσκα, συνδέοντας άμεσα τις εξελίξεις στον Κόλπο με το μέτωπο του Λιβάνου. Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι σαφές: δεν θα υπάρξει καμία συμφωνία με τις ΗΠΑ αν το Ισραήλ συνεχίσει να βομβαρδίζει τον Λίβανο.
Αυτή η σύνδεση φέρνει σε δύσκολη θέση τον Νετανιάχου. Όταν ο Τραμπ του ζήτησε να ακυρώσει τα σχέδια επίθεσης στη Βηρυτό, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, σύμφωνα με αναλυτές, έδειχνε πολιτικά αποδυναμωμένος. Παρά τις δηλώσεις του ότι η συσχέτιση των δύο μετώπων είναι απαράδεκτη, η πραγματικότητα δείχνει ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι έτοιμος να θέσει την επιθυμία του για τερματισμό του πολέμου πάνω από τις επιδιώξεις του Ισραηλινού συμμάχου του.
Αν και οι επιθέσεις στη Βηρυτό πάγωσαν, ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να σφυροκοπά με σφοδρότητα τον νότιο Λίβανο, την ώρα που η ζωτική δίοδος του Ορμούζ παραμένει ερμητικά κλειστή.