Σε έντονη αναστάτωση βρίσκονται τα στελέχη των ανεξάρτητων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, οι οποίες δεν συγκαταλέγονται στους ενεργειακούς «κολοσσούς» που διατηρούν απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με τον Ντόναλντ Τραμπ, εξαιτίας των σχεδίων του προέδρου να αυξήσει τη ροή αργού πετρελαίου από τη Βενεζουέλα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Την ώρα που οι μεγάλες πολυεθνικές εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε νέες επενδύσεις στη χώρα της Λατινικής Αμερικής, επικαλούμενες το ασταθές νομικό και εμπορικό περιβάλλον, οι αμερικανικές εταιρείες σχιστολιθικού πετρελαίου προειδοποιούν ότι μια τέτοια πολιτική θα πλήξει άμεσα την εγχώρια παραγωγή. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, υπό τις παρούσες συνθήκες η Βενεζουέλα δεν θεωρείται επενδύσιμη.
Στελέχη της βιομηχανίας σχιστολιθικού πετρελαίου, κυρίως στο Τέξας, εκφράζουν την ανησυχία ότι η επιδίωξη της Ουάσινγκτον να μειώσει τις διεθνείς τιμές αργού, ενδεχομένως μέσω ενίσχυσης της παραγωγής στη Βενεζουέλα, υπονομεύει τη βιωσιμότητα των αμερικανικών επιχειρήσεων. Ανώτατο στέλεχος του κλάδου δήλωσε στους Financial Times ότι τα κυβερνητικά σχέδια στρέφονται ευθέως κατά των Αμερικανών παραγωγών.
Η δυσαρέσκεια εντείνεται από το ενδεχόμενο κρατικών εγγυήσεων ή επιδοτήσεων προς επενδυτές που θα δραστηριοποιηθούν στη Βενεζουέλα, εξέλιξη που, σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς, επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη τεταμένες σχέσεις του Τραμπ με τον πετρελαϊκό κόσμο του Τέξας. Πολλά στελέχη του κλάδου, που είχαν στηρίξει οικονομικά την προεκλογική του εκστρατεία, κάνουν λόγο για εγκατάλειψη της αρχής «Πρώτα η Αμερική».
Την ίδια στιγμή, η πτώση των τιμών του πετρελαίου ασκεί έντονη πίεση στην εγχώρια βιομηχανία, οδηγώντας αρκετούς παραγωγούς στην ακινητοποίηση πλατφορμών. Παρότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο μεγαλύτερος παραγωγός αργού παγκοσμίως, η σχιστολιθική παραγωγή απαιτεί διαρκείς γεωτρήσεις, οι οποίες περιορίζονται όσο οι τιμές υποχωρούν. Ο αριθμός των ενεργών γεωτρήσεων μειώθηκε κατά 15% σε ετήσια βάση, ενώ η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας προβλέπει μείωση της παραγωγής το 2026 για πρώτη φορά μετά την πανδημία.
Στο περιβάλλον αυτό, μόνο οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι, όπως η ExxonMobil, η Chevron και η ConocoPhillips, διαθέτουν τα κεφάλαια και τις υποδομές που απαιτούνται για δραστηριοποίηση στη Βενεζουέλα. Για τις μικρότερες εταιρείες, μια πιθανή αναζωογόνηση της παραγωγής της χώρας θα μπορούσε να επιδεινώσει την ήδη αυξημένη προσφορά στην αγορά και να συμπιέσει περαιτέρω τις τιμές.
Η τιμή του αμερικανικού αργού West Texas Intermediate υποχώρησε κάτω από τα 56 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο που θεωρείται οριακό για την κερδοφορία των σχιστολιθικών κοιτασμάτων. Παράλληλα, η ενίσχυση της παραγωγής από χώρες του ΟΠΕΚ, συμπεριλαμβανομένης της Σαουδικής Αραβίας, εντείνει τους φόβους για νέο κύμα υπερπροσφοράς.
Αναλυτές του κλάδου χαρακτηρίζουν εύλογη τη δυσαρέσκεια των ανεξάρτητων παραγωγών, επισημαίνοντας ότι το ενδεχόμενο αύξησης της παραγωγής της Βενεζουέλας, σε συνδυασμό με πιθανές αμερικανικές επιδοτήσεις, δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά. Ενδεικτικό του κλίματος είναι ότι οι μετοχές μεγάλων ανεξάρτητων πετρελαϊκών εταιρειών κατέγραψαν σημαντικές απώλειες τις τελευταίες ημέρες, με ορισμένες να χάνουν έως και 9% της αξίας τους.