Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία συνοδεύτηκε από μια συστηματική προσπάθεια υποτίμησης και περιθωριοποίησης της Ευρώπης, την οποία η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως στρατιωτικά αδύναμη και πολιτικά ξεπερασμένη. Ωστόσο, αυτή η περιφρονητική στάση, που συμβολίστηκε από την πίεση του Τραμπ προς τη Δανία για τη Γροιλανδία, οδήγησε σε μια ιστορική μεταστροφή.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι Ευρωπαίοι συνειδητοποιούν τους κινδύνους που τους περιβάλλουν και εγκαταλείπουν το παλιό μοντέλο που βασιζόταν στον πλούτο χωρίς στρατιωτική ισχύ και στην αμερικανική προστασία χωρίς υποχρεώσεις.
Η Ευρώπη αναδιαμορφώνει τη στρατηγική της, επενδύει σοβαρά στην άμυνα και προειδοποιεί την Ουάσιγκτον ότι δεν θα ακολουθεί πλέον τυφλά τις αμερικανικές προτεραιότητες ούτε θα συμμετέχει σε δαπανηρούς πολέμους των ΗΠΑ.
Η αλλαγή αυτή τροφοδοτείται από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων, ακόμη και στην καρδιά της ηπείρου, βλέπει πλέον τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία ως άμεση απειλή για την επιβίωσή της, ενώ ταυτόχρονα κλονίζεται η εμπιστοσύνη της προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ελάχιστοι πλέον θεωρούν τις ΗΠΑ αξιόπιστο σύμμαχο και πολλοί τις βλέπουν ως ανταγωνιστή, αμφιβάλλοντας αν θα έσπευδαν να τους βοηθήσουν σε περίπτωση επίθεσης.
Ως αποτέλεσμα, καταγράφεται εντυπωσιακή υποστήριξη για την αύξηση των αμυντικών δαπανών, την επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Πολωνία, ακόμη και για τον κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό με σκοπό τη χρηματοδότηση εξοπλισμών. Παράλληλα, ενισχύεται η τάση για απεξάρτηση από τα αμερικανικά οπλικά συστήματα και στροφή σε ευρωπαϊκές εναλλακτικές.
Στην πράξη, οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες έχουν εκτιναχθεί, ξεπερνώντας κατά πολύ τις αντίστοιχες ρωσικές. Η Γερμανία έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο, αυξάνοντας κατακόρυφα τον προϋπολογισμό της με στόχο τη δημιουργία του ισχυρότερου συμβατικού στρατού στην Ευρώπη, γεγονός που αναγκάζει τη Γαλλία να αναζητά νέες ισορροπίες μέσω της βιομηχανικής συνεργασίας.
Η ευρωπαϊκή στρατιωτική βιομηχανία αναπτύσσεται ραγδαία με νέες κοινοπραξίες παραγωγής αρμάτων και drones, ενώ η εθελοντική κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις σημειώνει κατακόρυφη άνοδο.
Η ρωσική εισβολή κατέστρεψε την αυταπάτη ότι το διεθνές εμπόριο και οι κανόνες αρκούν για την αποτροπή των συγκρούσεων, οδηγώντας στην υιοθέτηση ενός «ρεαλισμού των αρχών», όπου η Ευρώπη επιστρέφει στην πολιτική της σκληρής ισχύος, μετατρέποντας τη σχέση της με τις ΗΠΑ από μια συναισθηματική φιλία σε μια καθαρά πραγματιστική συνεργασία.
Παρά τη νέα δυναμική, η ευρωπαϊκή συνοχή απειλείται από την άνοδο ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων, όπως ο Εθνικός Συναγερμός στη Γαλλία και η AfD στη Γερμανία, που ενδέχεται να φρενάρουν τη βαθύτερη ενοποίηση. Επειδή η λήψη ομόφωνων αποφάσεων για την άμυνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει δύσκολη, το πιθανότερο σενάριο είναι η δημιουργία ευέλικτων συμμαχιών μεταξύ συγκεκριμένων κρατών.
Ήδη λειτουργούν σχήματα όπως η υπό βρετανική διοίκηση Κοινή Εκστρατευτική Δύναμη στον Βορρά και η γαλλική πρωτοβουλία «προκεχωρημένης αποτροπής» για την αντιμετώπιση του ρωσικού πυρηνικού εκβιασμού.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει το τέλος της θητείας του Τραμπ, καθώς γνωρίζει ότι ακόμη και μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση θα στρεφόταν προς τον Ειρηνικό για να αντιμετωπίσει την Κίνα. Οι πρώτες τριβές είναι ήδη ορατές, με ευρωπαϊκές χώρες να αρνούνται διευκολύνσεις σε πρόσφατες αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, αποδεικνύοντας ότι ο διατλαντικός δεσμός έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί.