Από το Σύμφωνο της Μέκκας, στον άξονα Ινδίας-Ισραήλ-Ελλάδας: Οι δύο νέες αρχιτεκτονικές ισχύος

 
imec

Ενημερώθηκε: 14/08/26 - 15:51

Του Γιάννη Μιχελάκη

Η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας, το οποίο υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου στη Μέκκα η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν δεν είναι ακόμη το «ισλαμικό ΝΑΤΟ», που ορισμένοι βιάστηκαν να βαφτίσουν... Είναι όμως κάτι, που ίσως αποδειχθεί σημαντικότερο… Ένα ακόμη σημάδι, ότι η γεωπολιτική αρχιτεκτονική από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό αλλάζει και ότι οι περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να δημιουργήσουν δικά τους δίκτυα ασφάλειας, λιγότερο εξαρτημένα από τα παραδοσιακά δυτικά.

Το Σύμφωνο προβλέπει, ότι επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Η διατύπωση παραπέμπει αναπόφευκτα στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως να υπάρχουν ακόμη οι θεσμοί, οι μηχανισμοί διοίκησης και οι επιχειρησιακές δομές, που μετατρέπουν μια πολιτική δέσμευση σε πραγματική συλλογική άμυνα. Αυτό ακριβώς επισημαίνουν και διεθνείς αναλύσεις, ότι δηλαδή η σημασία του Συμφώνου βρίσκεται σήμερα περισσότερο στο πολιτικό μήνυμα και στη δυνατότητα μελλοντικής εξέλιξής του παρά σε μια ήδη συγκροτημένη στρατιωτική συμμαχία.

Η σύνθεση, ωστόσο, έχει τη δική της βαρύτητα. Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει οικονομική ισχύ, ενεργειακό βάρος και φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε αυτόνομο περιφερειακό πόλο. Το Πακιστάν διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους στρατούς του μουσουλμανικού κόσμου και, κυρίως, πυρηνικό οπλοστάσιο. Η σύνδεση αυτών των τριών δυνατοτήτων δημιουργεί μια γεωπολιτική πραγματικότητα, που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.

Για την Τουρκία ειδικότερα, το Σύμφωνο εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη στρατηγική. Η Άγκυρα δεν αρκείται πλέον στον ρόλο της περιφερειακής δύναμης, που διαπραγματεύεται τα συμφέροντά της μέσα στο ΝΑΤΟ. Επιχειρεί παράλληλα να δημιουργήσει ένα πλέγμα πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών σχέσεων από τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Αφρική και τη Νότια Ασία. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία, οι βάσεις και οι στρατιωτικές αποστολές στο εξωτερικό, οι σχέσεις με το Πακιστάν και τις χώρες του Κόλπου αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας στρατηγικής.

Αυτό όμως δημιουργεί ένα παράδοξο: Όσο περισσότερο διευρύνεται η τουρκική επιρροή, τόσο περισσότερο ενισχύονται τα κίνητρα άλλων δυνάμεων να συνεργαστούν μεταξύ τους για να εξισορροπήσουν την Άγκυρα.

Ήδη στο Ισραήλ η νέα συμφωνία αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Η «Jerusalem Post» επισήμανε, ότι το Σύμφωνο μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής για ακόμη στενότερες σχέσεις Ισραήλ-Ινδίας, σημειώνοντας παράλληλα, ότι Ελλάδα και Κύπρος είναι πιθανό να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας των ανησυχιών τους για την επέκταση της τουρκικής στρατηγικής παρουσίας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ελληνική διάσταση.

Η Αθήνα δεν πρέπει να αντιμετωπίσει το Σύμφωνο της Μέκκας ως μια άμεση στρατιωτική απειλή. Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν πρόωρη και υπερβολική. Πρέπει όμως να το εντάξει στη μεγάλη εικόνα, ότι δηλαδή η Τουρκία προσπαθεί να μετατραπεί από σημαντική περιφερειακή δύναμη σε κεντρικό κόμβο ενός νέου γεωπολιτικού τόξου.

Και απέναντι σε αυτή την εξέλιξη διαμορφώνεται μια δεύτερη αρχιτεκτονική ισχύος: Ινδία, Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρος δεν συγκροτούν στρατιωτική συμμαχία, ούτε πρέπει να παρουσιάζονται ως ένα νέο αντίπαλο μπλοκ. Τα συμφέροντά τους δεν ταυτίζονται σε όλα. Υπάρχουν όμως σημαντικές στρατηγικές συγκλίσεις, όπως ενεργειακές διαδρομές, θαλάσσια ασφάλεια, τεχνολογία, αμυντική συνεργασία, εμπορικές οδοί και κοινό ενδιαφέρον για τη σταθερότητα μιας τεράστιας ζώνης, που αρχίζει από την Ινδία, περνά από τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο και καταλήγει στην Ευρώπη.

Σε αυτή τη γεωγραφία εντάσσεται και ο IMEC, ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης. Η σημασία του δεν περιορίζεται στις υποδομές και στο εμπόριο. Εάν υλοποιηθεί, δημιουργεί έναν γεωοικονομικό διάδρομο, ο οποίος συνδέει τον Ινδοειρηνικό με την Ευρώπη και αναβαθμίζει τη στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει ευρωπαϊκή πύλη αυτής της νέας διαδρομής, ενώ η Κύπρος αποκτά πρόσθετη αξία ως κόμβος μεταξύ Ισραήλ, Μέσης Ανατολής και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος. Η Ινδία παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή την εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας Τουρκίας-Πακιστάν. Η Άγκυρα έχει αναπτύξει στενούς αμυντικούς δεσμούς με το Ισλαμαμπάντ, από ναυτικά προγράμματα και εκπαίδευση μέχρι κοινές ασκήσεις και συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία. Η ένταξη αυτής της σχέσης σε ένα ευρύτερο τριμερές πλαίσιο με τη Σαουδική Αραβία προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στους στρατηγικούς υπολογισμούς του Νέου Δελχί.

Για την Ελλάδα αυτό δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά όχι αυτόματες συμμαχίες. Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με τη λογική ότι «ο αντίπαλος του αντιπάλου μου είναι σύμμαχός μου». Η Ινδία διατηρεί σημαντικά συμφέροντα στον αραβικό κόσμο, το Ισραήλ έχει τη δική του στρατηγική ατζέντα και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να θεωρούν την Τουρκία σημαντικό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική στρατηγική πρέπει να βασίζεται, όχι στην προσδοκία μιας αντιτουρκικής συσπείρωσης, αλλά στη δημιουργία μόνιμων συγκλίσεων συμφερόντων.

Η μεγάλη εικόνα, άλλωστε, είναι ακόμη πιο σύνθετη. Το International Institute for Strategic Studies (Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, ένα από τα γνωστότερα διεθνή think tanks για θέματα άμυνας, ασφάλειας και γεωπολιτικής με έδρα το Λονδίνο), είχε ήδη επισημάνει πριν από τη συμφωνία της Μέκκας, ότι Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και Αίγυπτος κινούνταν προς έναν νέο μηχανισμό περιφερειακού συντονισμού. Το γεγονός, ότι οι χώρες της περιοχής αναζητούν πλέον διαφορετικά και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενα σχήματα συνεργασίας δείχνει, ότι η εποχή των σταθερών στρατοπέδων υποχωρεί. Στη θέση της εμφανίζονται ευέλικτες συμμαχίες, στις οποίες τα κράτη συνεργάζονται σε έναν τομέα και ανταγωνίζονται σε έναν άλλο.

Για την Αθήνα το μήνυμα είναι σαφές... Η απάντηση στην τουρκική στρατηγική δεν μπορεί να είναι η μηχανική αντιγραφή της. Ούτε χρειάζεται η Ελλάδα να αναζητήσει ένα «αντίπαλο Σύμφωνο της Μέκκας». Χρειάζεται να επενδύσει συστηματικά στο πλέγμα σχέσεων, που ήδη οικοδομείται με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Ινδία, να ενισχύσει το 3+1 με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να συνδέσει ακόμη περισσότερο την αμυντική της πολιτική με την ενέργεια, τις υποδομές και τους νέους εμπορικούς διαδρόμους.

Γιατί στη νέα γεωπολιτική σκακιέρα το πραγματικό πλεονέκτημα δεν θα ανήκει απαραίτητα στη χώρα που συγκεντρώνει τους περισσότερους συμμάχους. Θα ανήκει σε εκείνη που θα καταφέρει να γίνει αναντικατάστατος κρίκος για τα συμφέροντα των περισσοτέρων. Και αυτή ακριβώς πρέπει να είναι η ελληνική στρατηγική!

ΠΗΓΗ: to manifesto.gr

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ