Σε ένα νέο, περίπλοκο πεδίο δικαστικής αντιπαράθεσης μεταφέρεται η σύγκρουση για τα ρωσικά κεφάλαια στο Βέλγιο, καθώς ολιγάρχες και επενδυτές επιχειρούν να παρακάμψουν την εθνική δικαιοσύνη στρεφόμενοι στη διεθνή διαιτησία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των οικονομικών εφημερίδων L’Echo και De Tijd, έχουν ήδη δρομολογηθεί εννέα «γνωστοποιήσεις διαφοράς» που αφορούν περιουσιακά στοιχεία εγκλωβισμένα στον χρηματοπιστωτικό κολοσσό Euroclear.
Η στρατηγική των προσφευγόντων βασίζεται σε «νομικά παράθυρα» του παρελθόντος. Συγκεκριμένα, αξιοποιούν διμερείς συμφωνίες προστασίας επενδύσεων που είχε υπογράψει η Οικονομική Ένωση Βελγίου-Λουξεμβούργου με τη Σοβιετική Ένωση το 1989 και το Καζακστάν το 1998. Μέσω αυτών, επιδιώκουν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις σε εξωδικαστικά διαιτητικά όργανα, τα οποία προσφέρουν το πλεονέκτημα της περιορισμένης δημοσιότητας και της ταχύτερης έκδοσης αποφάσεων.
Το οικονομικό διακύβευμα είναι κολοσσιαίο, καθώς στο Βέλγιο παραμένουν δεσμευμένα συνολικά 258 δισ. ευρώ ρωσικών κεφαλαίων. Αν και η μερίδα του λέοντος (193 δισ. ευρώ) ανήκει στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, ένα σημαντικό κομμάτι αφορά ιδιώτες και εταιρείες, ορισμένοι εκ των οποίων ισχυρίζονται ότι δεν περιλαμβάνονται καν στις λίστες των ευρωπαϊκών κυρώσεων.
Η κίνηση αυτή αποτελεί μια προσπάθεια απεγκλωβισμού από το βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου περισσότερες από 200 προσφυγές έχουν μέχρι στιγμής «παγώσει» χωρίς αποτέλεσμα. Η στροφή στη διεθνή διαιτησία δημιουργεί πλέον ένα νέο, απρόβλεπτο μέτωπο για τις βελγικές αρχές, θέτοντας σε δοκιμασία την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού πλαισίου κυρώσεων απέναντι σε εξειδικευμένες νομικές διεκδικήσεις.