Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει ένα νέο πακέτο σκληρότερων οικονομικών μέτρων κατά του Ιράν, με στόχο να αυξήσει δραστικά την πίεση στην Τεχεράνη, παρότι η χώρα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με χιλιάδες κυρώσεις και αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει προαναγγείλει «άνευ προηγουμένου» οικονομική πίεση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει αποκαλύψει τα συγκεκριμένα μέτρα.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει ορισμένες επιλογές, όμως αρκετές από αυτές ενέχουν σημαντικό κόστος και για την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Ο αναλυτής του Bloomberg Economics Κρις Κένεντι εκτιμά ότι, εάν η κυβέρνηση Τραμπ δεν είναι διατεθειμένη να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στην αντιπαράθεση με το Ιράν ακόμη και εις βάρος των σχέσεών της με την Κίνα, δύσκολα τα νέα μέτρα θα αλλάξουν αποφασιστικά τη στάση της Τεχεράνης.
Στο στόχαστρο οι κινεζικές αγορές ιρανικού πετρελαίου
Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η Κίνα, η οποία απορροφά πάνω από το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Η Ουάσιγκτον έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε μικρά κινεζικά διυλιστήρια και εταιρείες που συμμετέχουν στις αγορές ιρανικού αργού. Ένα επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η στοχοποίηση μεγάλων κινεζικών τραπεζών που χρηματοδοτούν το συγκεκριμένο εμπόριο.
Μια τέτοια επιλογή, ωστόσο, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή νέα ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας, ενώ παράλληλα ο περιορισμός των ιρανικών εξαγωγών θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Το Πεκίνο έχει ήδη καλέσει κινεζικές επιχειρήσεις να μην συμμορφώνονται με ορισμένες αμερικανικές κυρώσεις, δημιουργώντας δίλημμα στις μεγάλες τράπεζες της χώρας, οι οποίες δεν θέλουν να χάσουν την πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Πίεση στα ανταλλακτήρια και στους χρηματοπιστωτικούς διαύλους
Ένας δεύτερος στόχος είναι τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος και οι μεσάζοντες που βοηθούν το Ιράν να μετατρέπει τις πληρωμές από τις πωλήσεις πετρελαίου σε χρήματα που μπορεί να χρησιμοποιήσει.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν δίκτυα σε χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μέσω των οποίων η Τεχεράνη μετατρέπει πληρωμές σε κινεζικά γουάν ή άλλα νομίσματα.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε ορισμένα τέτοια δίκτυα, κατηγορώντας τα ότι βοήθησαν στη μεταφορά δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι το Ιράν έχει αναπτύξει εδώ και χρόνια εναλλακτικά κανάλια μεταφοράς χρημάτων, γεγονός που σημαίνει ότι η εξουδετέρωση ενός μεσάζοντα συχνά οδηγεί απλώς στη δημιουργία ενός άλλου.
Δευτερογενείς κυρώσεις σε όσους συναλλάσσονται με το Ιράν
Μία από τις πιο επιθετικές επιλογές θα ήταν η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε εταιρείες και τράπεζες τρίτων χωρών που εξακολουθούν να έχουν εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
Ένα τέτοιο μοντέλο θα ανάγκαζε επιχειρήσεις να επιλέξουν ανάμεσα στην αγορά του Ιράν και στην πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Οι συνέπειες δεν θα περιορίζονταν στη Ρωσία και την Κίνα. Θα μπορούσαν να επηρεάσουν και χώρες που συνεργάζονται στενά με τις ΗΠΑ, όπως η Τουρκία, αλλά διατηρούν παράλληλα σημαντικούς οικονομικούς δεσμούς με το Ιράν.
Ο Τραμπ έχει ήδη απειλήσει με δασμούς 25% σε χώρες που συναλλάσσονται με την Τεχεράνη, χωρίς πάντως να έχει μέχρι στιγμής ενεργοποιήσει το μέτρο.
Ακόμη και κατασχέσεις ιρανικών περιουσιακών στοιχείων
Στο τραπέζι βρίσκεται και η πιθανότητα οι ΗΠΑ να προχωρήσουν πέρα από το πάγωμα ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και να επιδιώξουν την κατάσχεσή τους.
Πρόκειται όμως για νομικά και διπλωματικά πολύ πιο δύσκολη διαδικασία, ιδιαίτερα επειδή μεγάλο μέρος των ιρανικών κεφαλαίων στο εξωτερικό βρίσκεται σε τρίτες χώρες.
Η εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου θα απαιτούσε επομένως συνεργασία ξένων κυβερνήσεων.
Πιο σκληρά μέτρα κατά του «σκιώδους στόλου»
Η Ουάσιγκτον εξετάζει επίσης το ενδεχόμενο να διευρύνει τις κυρώσεις κατά του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου.
Τα μέτρα θα μπορούσαν να μην περιοριστούν στα ίδια τα πλοία, αλλά να επεκταθούν στις εταιρείες που τα διαχειρίζονται, στους τερματικούς σταθμούς και στις υπόλοιπες υποδομές που υποστηρίζουν τις μεταφορές.
Το βασικό δίλημμα για την κυβέρνηση Τραμπ παραμένει, ωστόσο, ότι όσο περισσότερο επιχειρεί να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ανόδου των τιμών ενέργειας, σύγκρουσης με την Κίνα και επιβάρυνσης των αμερικανικών συμφερόντων.