Η Ελλάδα και η Μάλτα αναδεικνύονται σε βασικά εμπόδια στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντικατασταθεί το υφιστάμενο πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο με πλήρη απαγόρευση των υπηρεσιών που απαιτούνται για τη μεταφορά του, σύμφωνα με πληροφορίες του πρακτορείου Bloomberg.
Όπως μεταδίδεται, οι δύο χώρες εξέφρασαν τις επιφυλάξεις τους κατά τη διάρκεια συνεδρίασης των πρέσβεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη Δευτέρα, επικαλούμενες ανησυχίες για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει το μέτρο στη ναυτιλιακή βιομηχανία της Ευρώπης, αλλά και στις τιμές της ενέργειας.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, Αθήνα και Βαλέτα ζήτησαν διευκρινίσεις αναφορικά με τις προτάσεις για επιβολή κυρώσεων σε λιμάνια τρίτων χωρών που διαχειρίζονται ρωσικό πετρέλαιο, καθώς και για την ενίσχυση της εποπτείας στις πωλήσεις πλοίων, με στόχο να περιοριστεί το ενδεχόμενο ένταξής τους στον ρωσικό στόλο.
Εκπρόσωπος της μαλτέζικης κυβέρνησης στις Βρυξέλλες δήλωσε ότι η χώρα συμμετέχει στις τεχνικές συζητήσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε τελική απόφαση θα είναι πρακτικά εφαρμόσιμη.
Υπενθυμίζεται ότι την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την αντικατάσταση του υφιστάμενου μηχανισμού ανώτατης τιμής στο ρωσικό πετρέλαιο με απαγόρευση των υπηρεσιών μεταφοράς και ασφάλισης, εκτιμώντας ότι το ισχύον πλαφόν δεν έχει καταφέρει να περιορίσει ουσιαστικά τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου.
Η πρόταση αποτελεί κεντρικό στοιχείο του 20ού πακέτου κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας, με αφορμή τη συνεχιζόμενη εισβολή στην Ουκρανία, η οποία διανύει πλέον τον πέμπτο χρόνο της.
Για την εφαρμογή του μέτρου απαιτείται και η έγκριση των χωρών της G7, οι οποίες είχαν υιοθετήσει από κοινού το πλαφόν στα τέλη του 2022. Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει μέχρι στιγμής ασαφής, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές. Υπενθυμίζεται ότι πριν από την καθιέρωση του πλαφόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ήδη εφαρμόσει εκτεταμένες απαγορεύσεις σε υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου.