Η πολεμική σύρραξη μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει προκαλέσει ισχυρούς τριγμούς όχι μόνο στη Μέση Ανατολή και τις διεθνείς αγορές, αλλά και στην εγχώρια αμερικανική οικονομία, πλήττοντας άμεσα τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών.
Ιστορικό ράλι στις αντλίες και χαμένες ευκαιρίες
Σύμφωνα με αποκλειστικά στοιχεία έρευνας του Πανεπιστημίου Brown που δημοσίευσαν οι Financial Times, οι Αμερικανοί καταναλωτές έχουν επιβαρυνθεί με περισσότερα από 41,5 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον για βενζίνη και ντίζελ από την έναρξη του πολέμου. Το ποσό αυτό μεταφράζεται σε περίπου 316 δολάρια ανά νοικοκυριό.
Για να αποτυπώσουν το μέγεθος της οικονομικής απώλειας, οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτά τα κεφάλαια θα αρκούσαν για την πλήρη ανακατασκευή του συνόλου των γερασμένων γεφυρών των ΗΠΑ ή για τη ριζική αναβάθμιση του συστήματος ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας της χώρας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ηγούνται πλέον της κούρσας των ανατιμήσεων στα καύσιμα μεταξύ των χωρών της G7. Βάσει στοιχείων της AAA, η μέση τιμή της βενζίνης έχει σημειώσει άλμα 51% αγγίζοντας τα 4,51 δολάρια το γαλόνι, ενώ το ντίζελ έχει εκτιναχθεί κατά 54%, φτάνοντας κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα (5,65 δολάρια).
Η εκρηκτική αυτή άνοδος αποδίδεται στο γεγονός ότι τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας προσφοράς αργού, παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένα από τα τέλη Φεβρουαρίου, σπρώχνοντας το πετρέλαιο Brent κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι.
Αλυσίδα ανατιμήσεων και πίεση στις αγορές
Το ενεργειακό κόστος έχει μετακυληθεί σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, επηρεάζοντας τις μεταφορές, τα αεροπορικά εισιτήρια, τα τρόφιμα και τα έξοδα παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ (τόσο σε επίπεδο καταναλωτή όσο και χονδρικής) κατέγραψε ρεκόρ ετών τον Απρίλιο.
Η εξέλιξη αυτή θορυβεί έντονα τους επενδυτές, οι οποίοι φοβούνται ότι η Fed θα διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο διάστημα, ωθώντας την απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου πάνω από το 5% για πρώτη φορά από το 2007.
Πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο
Η οικονομική αυτή ασφυξία μεταφράζεται σε έντονη δυσαρέσκεια για τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς ο πόλεμος εμφανίζεται μη δημοφιλής στην κοινή γνώμη. Δημοσκόπηση των Financial Times δείχνει ότι το 58% των πολιτών αποδοκιμάζει τους κυβερνητικούς χειρισμούς στο κόστος ζωής.
Αν και ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να αναχαιτίσει την κρίση επιστρατεύοντας στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, χαλαρώνοντας περιβαλλοντικούς περιορισμούς και εξετάζοντας φοροαπαλλαγές στα καύσιμα, ο Αμερικανός πρόεδρος προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων με πρόσφατη τοποθέτησή του.
Ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι οι οικονομικές επιπτώσεις δεν πρόκειται να ανακόψουν την πολεμική του στρατηγική, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως προτεραιότητά του δεν είναι η οικονομική κατάσταση των πολιτών, αλλά το να αποτραπεί πάση θυσία η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν.