ΗΠΑ - Κίνα: Η θεσμοθέτηση της αντιπαλότητας και η ευρωπαϊκή απειλή της γεωπολιτικής περιθωριοποίησης

 
εε κινα και ηπα

Ενημερώθηκε: 18/05/26 - 17:43

Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο σηματοδοτεί μια βαθύτερη, αν και διακριτική, μεταβολή στις σχέσεις των δύο ισχυρότερων κρατών του πλανήτη.

Παρά την απουσία κάποιου ιστορικού διπλωματικού συμβιβασμού στα μεγάλα γεωπολιτικά μέτωπα, η συνάντηση ανέδειξε την αμοιβαία παραδοχή ότι η μεταξύ τους αντιπαλότητα δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποσύνδεση, αλλά πρέπει να επανέλθει σε ένα πλαίσιο ελεγχόμενης και διαχειρίσιμης οικονομικής αλληλεξάρτησης.

Η στρατηγική της «ελεγχόμενης αντιπαλότητας»

Διεθνή μέσα ενημέρωσης, όπως οι Financial Times, αποτίμησαν το αποτέλεσμα της συνόδου ως μια εύθραυστη αίσθηση σταθερότητας και αμοιβαίας μη επιθετικότητας.

Αντί για επίλυση των δομικών διαφορών τους, Ουάσινγκτον και Πεκίνο επιλέγουν τη θεσμοθέτηση των ορίων του ανταγωνισμού τους. Στο πλαίσιο της οικονομικής σταθεροποίησης, η Κίνα δεσμεύτηκε για μαζικές αγορές αμερικανικών αεροσκαφών της Boeing και αγροτικών προϊόντων αξίας δισεκατομμυρίων δολλαρίων.

Παράλληλα, ιδρύθηκαν νέα διμερή όργανα, όπως το Εμπορικό Επιμελητήριο ΗΠΑ-Κίνας (Board of Trade) και ένα αντίστοιχο Επενδυτικό Συμβούλιο, με στόχο τη διαχείριση της αλληλεξάρτησης. Οι συζητήσεις επεκτάθηκαν και σε ευαίσθητα πεδία, όπως η διασφάλιση των εξαγωγών σπάνιων γαιών από την Κίνα και η πιθανή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων που συνδέονται με τις αγορές ιρανικού πετρελαίου από το Πεκίνο, στο όνομα της σταθεροποίησης των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.

Πίσω από τη ρητορική, οι δύο ηγέτες μοιράζονται μια παρόμοια πολιτική ψυχολογία. Τόσο το κίνημα MAGA του Τραμπ όσο και η «μεγάλη αναγέννηση» του Σι εδράζουν τη νομιμότητά τους στην εθνική κυριαρχία και την πολιτισμική ισχύ, βλέποντας πλέον την παγκοσμιοποίηση όχι ως εγγύηση ειρήνης, αλλά την οικονομική εξάρτηση ως στρατηγική ευπάθεια που πρέπει να θωρακιστεί.

Το ρίσκο της συναλλακτικής διπλαβίας και το μέτωπο της Ταϊβάν

Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο τριβής, με τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ να εισάγει νέα δεδομένα. Η άρνησή του να ξεκαθαρίσει τη μελλοντική αμερικανική στάση στις πωλήσεις όπλων, σε συνδυασμό με δηλώσεις που αμφισβητούν τη σκοπιμότητα εμπλοκής των ΗΠΑ σε έναν πόλεμο μακριά από την πατρίδα τους, αντικατοπτρίζει τη στροφή προς έναν συναλλακτικό εθνικισμό.

Αυτή η προσέγγιση θολώνει την παραδοσιακή στρατηγική ασάφεια των ΗΠΑ, καθώς κινδυνεύει να αποδυναμώσει την αποτρεπτική ισχύ έναντι του Πεκίνου και ταυτόχρονα να κλονίσει την εμπιστοσύνη των συμμάχων στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, παρά τις παράλληλες καθησυχαστικές δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, για διατήρηση του status quo.

Η προειδοποίηση για την Ευρώπη: Το ιστορικό παράδειγμα της Μακεδονίας

Αυτή η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική —ένας κόσμος επιλεκτικής συνεργασίας των δύο υπερδυνάμεων και διαπραγματεύσιμων ζωνών επιρροής— προκαλεί έντονη ανησυχία στην Ευρώπη. Ο Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών, Ζαν-Νοέλ Μπαρό, χρησιμοποιώντας τη λογική της ιστορίας, υπενθύμισε τον κίνδυνο της Παγίδας του Θουκυδίδη, όπου η Ουάσινγκτον φοβάται τη στρατηγική της υποκατάσταση και το Πεκίνο θεωρεί ότι διορθώνει τις ιστορικές αδικίες του παρελθόντος.

Ο Μπαρό κάλεσε τους Ευρωπαίους να αναλογιστούν ένα άλλο ιστορικό παράδειγμα, αυτό της ανόδου της Μακεδονίας. Ενώ η Αθήνα και η Σπάρτη εξαντλούνταν στρατιωτικά, οικονομικά και ψυχολογικά στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ένας τρίτος παίκτης στο περιθώριο του ελληνικού κόσμου επέδειξε στρατηγική υπομονή. Η Μακεδονία αναδιοργάνωσε τον στρατό της, σταθεροποίησε την οικονομία της και, όταν οι δύο κυρίαρχες πόλεις-κράτη εξαντλήθηκαν πλήρως, κληρονόμησε τον γεωπολιτικό τους χώρο.

Το μήνυμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σαφές. Η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν οικονομικό γίγαντα χωρίς στρατηγική παρέμβαση, σε μια εξαρτημένη μεταβλητή ενός συστήματος που θα λαμβάνει αποφάσεις ερήμην της. Η εποχή όπου η ΕΕ μπορούσε να βασίζεται ταυτόχρονα στην αμερικανική ασφάλεια, την κινεζική αγορά και τους κανόνες του πολυμερούς εμπορίου τελειώνει.

Καθώς οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η ενέργεια, τα μικροτσίπ και η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπονται από οικονομικά αγαθά σε όπλα κρατικής ισχύος, η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης δεν μπορεί να παραμένει κενό σύνθημα.

Απαιτεί άμεση ενοποίηση της άμυνας, κοινή βιομηχανική πολιτική μεγάλης κλίμακας, τεχνολογική κυριαρχία και την πολιτική συνοχή να ορίζει και να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της αυτόνομα. Σε αντίθετο πλάνο, κινδυνεύει να παραμείνει πλούσια και σταθερή, αλλά γεωπολιτικά άσχετη με τις αποφάσεις που θα διαμορφώσουν τον αιώνα μας.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ