Ενώ πλησίαζε το Σαββατοκύριακο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν έδειχναν να πλησιάζουν σε μια κατ’ αρχήν συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Ωστόσο, η εύθραυστη αυτή δυναμική ανατράπηκε, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προχώρησε σε δημόσιες δηλώσεις για την πορεία των συνομιλιών, επιχειρώντας ουσιαστικά να διαπραγματευτεί μέσω των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων.
Όπως μεταδίδει το CNN, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Τεχεράνη είχε ήδη αποδεχθεί βασικές αμερικανικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της παράδοσης του εμπλουτισμένου ουρανίου και της πλήρους συμμόρφωσης σε αμφιλεγόμενους όρους. Οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύστηκαν άμεσα από Ιρανούς αξιωματούχους, οι οποίοι αρνήθηκαν τόσο την ύπαρξη συμφωνίας όσο και την προετοιμασία για νέο γύρο συνομιλιών, ανατρέποντας το κλίμα συγκρατημένης αισιοδοξίας.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το CNN, ακόμη και αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης αναγνώρισαν κατ’ ιδίαν ότι οι δημόσιες παρεμβάσεις του Τραμπ έπληξαν τις διαπραγματεύσεις, δεδομένης της ευαισθησίας τους και της βαθιάς δυσπιστίας της ιρανικής πλευράς απέναντι στην Ουάσινγκτον. Παράλληλα, εκφράζονται εκτιμήσεις για εσωτερικές διαφοροποιήσεις στο ιρανικό στρατόπεδο, μεταξύ της διαπραγματευτικής ομάδας, υπό τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλίμπαφ και τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, και του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Η ένταση επιδεινώθηκε εκ νέου την Κυριακή, όταν αμερικανικό πολεμικό πλοίο κατέλαβε ιρανικό φορτηγό που επιχείρησε να παραβιάσει τον ναυτικό αποκλεισμό στον Κόλπο του Ομάν, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση της ιρανικής πλευράς.
Καθώς πλησιάζει η λήξη της δίμηνης εκεχειρίας, ο Τραμπ καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις: είτε να αποδεχθεί μια ενδεχομένως ατελή συμφωνία είτε να οδηγηθεί σε νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης. Μέχρι τη Δευτέρα, ιρανικές πηγές εμφανίζονταν πιο δεκτικές στη συνέχιση των συνομιλιών, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται σαφές πλαίσιο συμφωνίας.
Οι βασικές διαφωνίες παραμένουν. Η Ουάσινγκτον απαιτεί τον πλήρη τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου και την παράδοση των αποθεμάτων, ενώ η Τεχεράνη επιμένει στη διατήρηση του ελέγχου του Στενού του Ορμούζ και στην άρση των αμερικανικών κυρώσεων. Προτάσεις για προσωρινή αναστολή του πυρηνικού προγράμματος –από πέντε έως είκοσι έτη– δεν έχουν μέχρι στιγμής γεφυρώσει το χάσμα, ενώ ο Τραμπ εμφανίζεται να απορρίπτει ακόμη και μακροχρόνιες παύσεις, ζητώντας πλήρη και επ’ αόριστον διακοπή.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά εξετάζει την αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων ύψους 20 δισ. δολαρίων, ως αντάλλαγμα για την παράδοση εμπλουτισμένου ουρανίου. Ωστόσο, η επίτευξη συμφωνίας εξαρτάται από τον βαθμό ευελιξίας των δύο πλευρών.
Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να συνεχιστούν την Τετάρτη στην Ισλαμαμπάντ, με διπλωματικές πηγές να χαρακτηρίζουν την κατάσταση «ρευστή». Στόχος παραμένει μια συμφωνία-πλαίσιο που θα ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω διαπραγματεύσεις, αν και δεν λείπουν οι ανησυχίες ότι η διαδικασία μπορεί να παραταθεί χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι η εκεχειρία λήγει «το βράδυ της Τετάρτης, ώρα Ουάσινγκτον», αφήνοντας περιορισμένο χρονικό περιθώριο για συμφωνία. Την ίδια στιγμή, οι δηλώσεις του για ενδεχόμενα πλήγματα σε ιρανικές υποδομές και η αμφιθυμία του ως προς την παράταση της εκεχειρίας εντείνουν την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα.