Διάσκεψη Ασφαλείας Μονάχου: Αναπροσαρμογή της αμερικανικής στρατηγικής και πιέσεις για νέα ισορροπία στο ΝΑΤΟ

 
αμερικανικη στρατηγικη

Ενημερώθηκε: 18/02/26 - 09:31

Σε περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων πραγματοποιήθηκε η 62η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, με τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας να εξακολουθεί να καθορίζει το ευρωπαϊκό πεδίο ασφάλειας και να επηρεάζει ευρύτερα τις ισορροπίες ισχύος. Στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η σύγκρουση υπερβαίνει το εδαφικό σκέλος, εντασσόμενη σε μια ευρύτερη αναδιαμόρφωση σφαιρών επιρροής και στρατηγικών συσχετισμών.

Την ίδια στιγμή, η επιτάχυνση της τεχνολογίας και ο βιομηχανικός ανταγωνισμός αναδεικνύουν νέα κριτήρια ισχύος, που δεν περιορίζονται στη στρατιωτική προβολή δύναμης αλλά επεκτείνονται στον έλεγχο εφοδιαστικών αλυσίδων και κρίσιμων πρώτων υλών. Στο πλαίσιο αυτό, η Συμμαχία διανύει περίοδο εσωτερικής αναζήτησης, ανάμεσα στις αμερικανικές πιέσεις για μεγαλύτερη κατανομή βαρών και στην ευρωπαϊκή επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας.

Οι ενδοσυμμαχικές τριβές εντείνονται από ζητήματα όπως η στρατηγική σημασία της Αρκτικής και της Γροιλανδίας, αλλά και από πιο κατευθυντήριες αμερικανικές προσεγγίσεις σε θέματα αμυντικών προμηθειών και διαλειτουργικότητας. Παράλληλα, ο ανταγωνισμός με την Κίνα —με τη Ρωσία να παραμένει στο υπόβαθρο— διαμορφώνει τις στρατηγικές επανατοποθέτησης εκατέρωθεν του Ατλαντικού.

Η σινοαμερικανική αντιπαράθεση εκτείνεται πλέον πέρα από το στρατιωτικό και τεχνολογικό επίπεδο, αγγίζοντας τον έλεγχο στρατηγικών υλικών. Το Πεκίνο διατηρεί ισχυρή θέση σε κρίσιμους κρίκους της αλυσίδας αξίας, ιδίως στις σπάνιες γαίες και σε ορυκτά απαραίτητα για αμυντικές βιομηχανίες, ημιαγωγούς και πράσινες τεχνολογίες, δημιουργώντας δομικές εξαρτήσεις για τη Δύση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση του Αμερικανού γερουσιαστή Marco Rubio ερμηνεύθηκε ως ένδειξη αναπροσαρμογής του τρόπου με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται τον διεθνή της ρόλο. Όπως σημείωσε, «ο παλιός κόσμος έχει φύγει», αποτυπώνοντας την εκτίμηση ότι το μεταψυχροπολεμικό σύστημα μετασχηματίζεται προς ένα πιο κατακερματισμένο και ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Η νέα στρατηγική προσέγγιση των ΗΠΑ, όπως αποτυπώνεται σε πρόσφατα κείμενα εθνικής ασφάλειας και άμυνας, μετατοπίζει την έμφαση από τη διεύρυνση μιας φιλελεύθερης διεθνούς τάξης στη διαχείριση συστημικού ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομική ασφάλεια, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι κρίσιμες τεχνολογίες αναδεικνύονται σε βασικούς πυλώνες ισχύος.

Για τους συμμάχους, και ιδιαίτερα για την Ευρώπη, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί διττές αναγνώσεις: από τη μία, λειτουργεί ως κίνητρο ενίσχυσης αμυντικών και βιομηχανικών δυνατοτήτων· από την άλλη, εγείρει ανησυχίες για πιθανή μερική αμερικανική αποδέσμευση από περιφερειακές κρίσεις. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την εξισορρόπηση στρατηγικής αυτονομίας και διατήρησης της διατλαντικής εγγύησης ασφάλειας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανακατανομή ευθυνών εντός του ΝΑΤΟ, με δύο βασικές έννοιες: την ενίσχυση της συμμετοχής των συμμάχων σε δαπάνες και δυνατότητες (burden sharing) και τη σταδιακή ανάληψη μεγαλύτερης περιφερειακής ευθύνης από αυτούς (burden shifting). Η Ουάσιγκτον επιδιώκει συγκέντρωση πόρων σε κρίσιμα θέατρα, όπως ο Ινδο-Ειρηνικός, χωρίς όμως να αποσύρει την παρουσία της από την Ευρώπη.

Η νέα αυτή φάση, που αναλυτές περιγράφουν ως «Pax Americana 2.0», αντανακλά μια προσαρμογή της αμερικανικής ηγεσίας σε ένα περιβάλλον παρατεταμένου ανταγωνισμού. Η σταθερότητα δεν θεμελιώνεται πλέον στην καθολική επέκταση κανόνων, αλλά στην αποτροπή, στην ανθεκτικότητα των βιομηχανικών και ενεργειακών ροών και στη συνεργασία συμμαχιών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η διατλαντική σχέση εισέρχεται σε περίοδο επανακαθορισμού, με ζητούμενο ένα νέο στρατηγικό συμβόλαιο που θα συνδυάζει επιμερισμό ευθυνών, συμπληρωματικότητα δυνατοτήτων και κοινή διαχείριση κινδύνων σε ένα κατακερματισμένο διεθνές σύστημα.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ