Σε μια απόφαση-σταθμό που εκθέτει τις πρακτικές του ισχυρότερου ανθρώπου της τεχνολογίας, ομοσπονδιακό δικαστήριο του Σαν Φρανσίσκο έκρινε ομόφωνα τον Ίλον Μασκ ένοχο για ψευδείς και παραπλανητικές δηλώσεις.
Σύμφωνα με την ετυμηγορία, ο δισεκατομμυριούχος χειραγώγησε την αγορά το 2022, προκαλώντας τεχνητή βύθιση της μετοχής του Twitter πριν την οριστική εξαγορά του έναντι 44 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το χρονικό της «χειραγώγησης» μέσω Twitter
Το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Μασκ χρησιμοποίησε την ίδια την πλατφόρμα ως εργαλείο για να πιέσει την τιμή της μετοχής προς τα κάτω:
Τα «ψεύτικα» tweets: Οι ισχυρισμοί του ότι το 20% των λογαριασμών ήταν bots και ότι η συμφωνία είχε «παγώσει» κρίθηκαν ως ουσιωδώς ψευδείς.
Στρατηγική υποτίμησης: Η αγωγή απέδειξε ότι οι δηλώσεις του ήταν προσεκτικά επιλεγμένες ώστε να πλήξουν την αξία της εταιρείας, βλάπτοντας χιλιάδες επενδυτές που πούλησαν τις μετοχές τους εκείνη την περίοδο.
Οικονομικό πλήγμα και κοινωνικός αντίκτυπος
Παρόλο που η προσωπική περιουσία του Μασκ αγγίζει τα 650 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας το πρόστιμο «διαχειρίσιμο», η ηθική και νομική απαξία είναι τεράστια:
Αποζημιώσεις-μαμούθ: Οι δικηγόροι των εναγόντων εκτιμούν ότι οι συνολικές ζημίες που πρέπει να καλυφθούν φτάνουν τα 2,6 δισεκατομμύρια δολάρια.
Προστασία του «μικρού» επενδυτή: Ο δικηγόρος των μετόχων, Τζόζεφ Κότσετ, τόνισε ότι η απόφαση προστατεύει τον μέσο εργαζόμενο —εκπαιδευτικούς, πυροσβέστες και νοσηλευτές— από τις αυθαιρεσίες των ισχυρών της αγοράς.
Η στάση της πλευράς Μασκ
Οι συνήγοροι του μεγιστάνα επιμένουν ότι οι δηλώσεις του βασίζονταν σε «βάσιμες ανησυχίες» για την ακεραιότητα της πλατφόρμας και δεν αποτελούσαν δόλια απάτη. Όπως ήταν αναμενόμενο, η πλευρά του Μασκ ετοιμάζεται να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, μεταφέροντας τη μάχη στον επόμενο δικαστικό βαθμό.