Φόβοι για νέο «Πόλεμο των Δεξαμενόπλοιων» στον Περσικό – Σχέδιο Τραμπ για στρατιωτική συνοδεία τάνκερ στο Ορμούζ

 
στενα του ορμουζ

Ενημερώθηκε: 05/03/26 - 09:13

Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο ενός νέου «Tanker War», ενός σεναρίου που είχε ταράξει τις διεθνείς αγορές ενέργειας τη δεκαετία του 1980. Αφορμή στάθηκαν οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη δημιουργία συστήματος κρατικής ασφάλισης δεξαμενόπλοιων, καθώς και για τη χρήση του αμερικανικού ναυτικού ως δύναμης συνοδείας για πλοία που διασχίζουν το Στενό του Ορμούζ.

Οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν αρχικά με μικρή αποκλιμάκωση των τιμών, καθώς η πιθανότητα ισχυρότερης αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή δημιούργησε προσδοκίες περιορισμού των γεωπολιτικών κινδύνων. Ωστόσο, το κλίμα παραμένει εύθραυστο, με τις τιμές να κινούνται σε υψηλά επίπεδα μετά την έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν και τις απειλές για αντίποινα από την Τεχεράνη.

Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά «σημεία ασφυξίας» στον πλανήτη. Από τη στενή αυτή θαλάσσια δίοδο, που χωρίζει το Ιράν από την Αραβική Χερσόνησο, περνούν καθημερινά περίπου 21 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, δηλαδή σχεδόν το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων. Οι εναλλακτικές διαδρομές μέσω αγωγών στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορούν να απορροφήσουν μόνο μικρό μέρος της παραγωγής, γεγονός που καθιστά το πέρασμα κρίσιμο για τη σταθερότητα της διεθνούς αγοράς.

Η σημασία του Ορμούζ είναι ακόμη μεγαλύτερη για την Ευρώπη, καθώς περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου υγροποιημένου φυσικού αερίου –κυρίως από το Κατάρ– διέρχεται από την περιοχή. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή αγορά έχει ήδη περιορίσει δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, ένα ενδεχόμενο μπλοκάρισμα του περάσματος θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ενεργειακή αναταραχή.

Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική ένταση λειτουργεί ήδη ως «ασφάλιστρο κινδύνου» για τις αγορές ενέργειας. Ακόμη και χωρίς άμεσες στρατιωτικές επιθέσεις, η αβεβαιότητα ανεβάζει το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης, αυξάνοντας τη μεταβλητότητα στις τιμές.

Στρατιωτικά, το Ιράν διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα στην περιοχή. Από το 1971 ελέγχει τη βόρεια ακτογραμμή του στενού και στρατηγικά νησιά, όπως το Αμπού Μούσα και τα νησιά Τουνμπ, τα οποία έχουν μετατραπεί σε βάσεις με ραντάρ, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και δυνατότητες εκτόξευσης πυραύλων. Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης διαθέτουν ταχύπλοα επιθετικά σκάφη, drones και δυνατότητα τοποθέτησης ναρκών, στοιχεία που τους επιτρέπουν να απειλούν τη ναυσιπλοΐα ακόμη και χωρίς πλήρη αποκλεισμό του περάσματος.

Στην πράξη, ακόμη και περιορισμένες παρενοχλήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε «ψηφιακό κλείσιμο» του Στενού, καθώς η αύξηση των ασφαλίστρων και η άρνηση κάλυψης από ασφαλιστικές εταιρείες μπορεί να αποτρέψει τα πλοία από το να περάσουν.

Η αβεβαιότητα έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στη ναυτιλιακή δραστηριότητα. Στο λιμάνι της Φουτζάιρα, βασικό ενεργειακό κόμβο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έξω από το Στενό, δεκάδες δεξαμενόπλοια παραμένουν αγκυροβολημένα περιμένοντας εξελίξεις. Πάνω από 150 πλοία βρίσκονται στα ανοικτά του λιμανιού, ενώ συνολικά περισσότερα από 700 πλοία εκτιμάται ότι έχουν παγιδευτεί στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρόταση Τραμπ προβλέπει τρεις βασικούς άξονες: οργάνωση νηοπομπών δεξαμενόπλοιων υπό συνοδεία αμερικανικών πολεμικών πλοίων, κρατική ασφάλιση πολιτικού κινδύνου μέσω της αμερικανικής αναπτυξιακής χρηματοδοτικής αρχής (DFC) και δυνατότητα προληπτικών στρατιωτικών πληγμάτων σε ιρανικές βάσεις που θεωρείται ότι απειλούν τη ναυσιπλοΐα.

Παρά την αποφασιστική ρητορική, αρκετοί αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητα του σχεδίου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν περιορισμένο αριθμό πολεμικών πλοίων στην περιοχή, ενώ η συνοδεία μεγάλου αριθμού δεξαμενόπλοιων καθημερινά θα απαιτούσε σημαντικά περισσότερες δυνάμεις. Επιπλέον, η συγκέντρωση πλοίων σε νηοπομπές μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο από νάρκες ή υποβρύχια, αλλά τα καθιστά πιο ευάλωτα σε επιθέσεις με drones.

Διεθνή μέσα ενημέρωσης υπογραμμίζουν επίσης ότι η στρατηγική της Τεχεράνης ενδέχεται να μην στοχεύει σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση με τις ΗΠΑ, αλλά σε έναν πόλεμο φθοράς που θα αυξήσει το κόστος μεταφοράς ενέργειας και θα διαταράξει την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Η κρίση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική διάσταση λόγω της Κίνας, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου. Εάν οι ΗΠΑ αποκτήσουν ουσιαστικό έλεγχο της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, το ζήτημα θα μπορούσε να μετατραπεί σε ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Οι εξελίξεις θυμίζουν έντονα τον «Πόλεμο των Δεξαμενόπλοιων» κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν–Ιράκ τη δεκαετία του 1980, όταν περισσότερα από 500 εμπορικά πλοία έγιναν στόχος επιθέσεων και οι ΗΠΑ ανέλαβαν την επιχείρηση συνοδείας "Earnest Will". Τότε η ροή πετρελαίου διατηρήθηκε, αλλά το κόστος εκτοξεύθηκε.

Σήμερα, ωστόσο, το σκηνικό είναι ακόμη πιο περίπλοκο. Η ανάπτυξη drones, κυβερνοεπιθέσεων και νέων τεχνολογιών ασύμμετρου πολέμου δημιουργεί ένα πολύ πιο επικίνδυνο περιβάλλον, στο οποίο ακόμη και μικρές ενέργειες μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και στο παγκόσμιο εμπόριο.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ