Η στρατιωτική δράση του Ισραήλ έχει επιφέρει ριζικές και μόνιμες αλλαγές στο φυσικό και οικολογικό τοπίο του νότιου Λιβάνου, σύμφωνα με επίσημη έκθεση του Εθνικού Συμβουλίου Επιστημονικών Ερευνών της χώρας.
Η Λιβανέζα υπουργός Περιβάλλοντος, Ταμάρα ελ Ζέιν, υπογραμμίζει ότι η έκταση και ο σκόπιμος χαρακτήρας των πληγμάτων σε δάση, καλλιέργειες, υδάτινους πόρους και θαλάσσια συστήματα δεν αποτελούν παράπλευρες απώλειες, αλλά μια συστηματική πράξη οικοκτονίας.
Τα ευρήματα της έκθεσης είναι αποκαλυπτικά, καθώς καταγράφουν την καταστροφή 5.000 εκταρίων δασικής γης και τεράστιες οικονομικές απώλειες στον αγροτικό τομέα που αγγίζουν τα 118 εκατομμύρια δολάρια σε υποδομές, ενώ το συνολικό κόστος αποκατάστασης μαζί με τις οικονομικές ζημιές εκτιμάται από τη διεθνή κοινότητα και την Παγκόσμια Τράπεζα ότι υπερβαίνει τα 25 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η έκθεση συνδέει τις επιχειρήσεις στον Λίβανο με το «δόγμα της εξάλειψης» που εφαρμόστηκε προηγουμένως στη Γάζα, το οποίο ορίζεται ως ένας θανατηφόρος συνδυασμός πολιτικής καμένης γης, συλλογικής τιμωρίας και μαζικών βομβαρδισμών με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης.
Στη Γάζα, η καταστροφή του 38-48% της δασικής κάλυψης και των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, καθώς και η σοβαρή μόλυνση του εδάφους και των υπόγειων υδάτων, έχουν καταστήσει μεγάλες περιοχές ουσιαστικά ακατοίκητες.
Αυτή η μορφή πολέμου στοχεύει πλέον απευθείας στο οικολογικό και υποδομικό υπόστρωμα που συντηρεί τη ζωή, μετατρέποντας το περιβάλλον από πεδίο μάχης σε κύριο στόχο στρατηγικής πίεσης και εξαναγκασμού σε εκτοπισμό.
Οι δομικές ομοιότητες μεταξύ των δύο μετώπων είναι εμφανείς, καθώς η καταστροφή ελαιώνων και οπωρώνων, η στόχευση συστημάτων άρδευσης και η μόλυνση της ατμόσφαιρας ακολουθούν ένα κοινό «εγχειρίδιο» επιχειρήσεων. Οι συνέπειες αυτών των δράσεων δεν περιορίζονται στα σύνορα, καθώς η περιβαλλοντική υποβάθμιση προκαλεί περιφερειακή οικολογική διάβρωση, επισιτιστική ανασφάλεια και αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές τροφίμων.
Επιπλέον, το ίδιο το Ισραήλ παραμένει ευάλωτο στις οικολογικές επιπτώσεις των παρατεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων, όπως η επιδείνωση της ποιότητας του αέρα και η πίεση στα υδάτινα συστήματα, δημιουργώντας μια κατάσταση αμοιβαίας εξασφαλισμένης οικολογικής καταστροφής.
Η ανησυχία των αναλυτών εστιάζει στη διάχυση αυτού του δόγματος, όπου η υψηλής έντασης οικολογική διατάραξη κανονικοποιείται ως μέθοδος πολέμου. Σε ενδεχόμενη κλιμάκωση με το Ιράν, οι ζωτικές υποδομές για τη διαβίωση των πολιτών, όπως τα συστήματα διαχείρισης υδάτων σε ξηρικές περιοχές και τα αγροτικά λεκανοπέδια, ενδέχεται να αποτελέσουν στρατηγικά σημεία πίεσης.
Η μετατόπιση του στόχου από τις ένοπλες δυνάμεις στη βιόσφαιρα αποτελεί μια συστημική αλλαγή στη διεξαγωγή των σύγχρονων συγκρούσεων, θέτοντας το διεθνές δίκαιο και τους μηχανισμούς προστασίας του περιβάλλοντος ενώπιον πρωτοφανών προκλήσεων.